Νέο κύμα πολιτικής έντασης πυροδότησε στις Ηνωμένες Πολιτείες η αντιπαράθεση που ακολούθησε την ομιλία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την Κατάσταση του Έθνους, με αιχμή τις επιθέσεις του κατά των Δημοκρατικών βουλευτριών Ίλχαν Όμαρ και Ρασίντα Τλαΐμπ. Οι δύο μουσουλμάνες πολιτικοί αποδοκίμασαν δημόσια τον πρόεδρο από τα έδρανα του Κογκρέσου, κατηγορώντας τον για τη μεταναστευτική του πολιτική και για θανάτους πολιτών σε επιχειρήσεις ομοσπονδιακών πρακτόρων.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας, όταν ο Τραμπ αναφέρθηκε στην πάταξη της «παράνομης μετανάστευσης» και σε υποθέσεις απάτης που αφορούν τη σομαλική κοινότητα στη Μινεσότα, η Όμαρ και η Τλαΐμπ τον διέκοψαν φωνάζοντας «ντροπή» και «ψεύτη», ενώ σε άλλο σημείο ακούστηκαν να λένε «σκοτώνετε Αμερικανούς», παραπέμποντας στους πρόσφατους θανάτους πολιτών από πυρά ομοσπονδιακών πρακτόρων μετανάστευσης στη Μινεάπολη.
Η απάντηση του προέδρου ήρθε λίγες ώρες αργότερα μέσω της πλατφόρμας Truth Social. Σε μακροσκελή ανάρτησή του, χαρακτήρισε τις δύο βουλευτές «χαμηλού IQ», «άρρωστες» και «ψυχικά διαταραγμένες», υποστηρίζοντας ότι «θα έπρεπε να εγκλειστούν σε ίδρυμα» και πως «πρέπει να σταλούν πίσω από εκεί που ήρθαν — το συντομότερο δυνατό». Στην ίδια ανάρτηση συμπεριέλαβε και τον βραβευμένο με Όσκαρ ηθοποιό Ρόμπερτ Ντε Νίρο, αποκαλώντας τον «παράφρονα» και καλώντας τους «να μπουν όλοι σε μια βάρκα και να φύγουν».
Οι δηλώσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Η Τλαΐμπ απάντησε μέσω X ότι ο πρόεδρος «δεν αντέχει δύο μουσουλμάνες που του απαντούν και τον διορθώνουν». Η Όμαρ, η οποία γεννήθηκε στη Σομαλία και μετανάστευσε στις ΗΠΑ όταν ήταν παιδί, υπερασπίστηκε τη στάση της, τονίζοντας ότι είχε καθήκον να υπενθυμίσει την ευθύνη της κυβέρνησης για τους θανάτους πολιτών στην εκλογική της περιφέρεια. Η Τλαΐμπ, παλαιστινιακής καταγωγής και γεννημένη στο Μίσιγκαν, έκανε λόγο για «κατάρρευση» του προέδρου.
Στο πλευρό τους τάχθηκαν κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών. Ο επικεφαλής της μειοψηφίας στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, χαρακτήρισε τις δηλώσεις «ντροπιαστικές και αντιαμερικανικές», ενώ ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Δημοκρατικών Πιτ Αγκιλάρ υπογράμμισε ότι οι δύο βουλευτές είναι εκλεγμένες εκπρόσωποι που υπηρετούν τις κοινότητές τους.
Αντιδράσεις υπήρξαν και από οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων. Το Council on American-Islamic Relations (CAIR) κατήγγειλε τη ρητορική του προέδρου ως ρατσιστική και μισαλλόδοξη, επισημαίνοντας ότι είναι απαράδεκτο να ζητείται η «επιστροφή» εκλεγμένων Αμερικανίδων πολιτικών στις χώρες καταγωγής τους λόγω πολιτικής κριτικής.
Η αντιπαράθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κλίμα έντασης γύρω από τη μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης. Από το 2025, η εκστρατεία μαζικών συλλήψεων και απελάσεων έχει δεχθεί σφοδρή κριτική, ιδίως μετά τους θανάτους πολιτών και τις αναφορές για δεκάδες θανάτους υπό κράτηση της ICE. Ο Τραμπ υπερασπίζεται τις επιχειρήσεις ως αναγκαίες για την ασφάλεια και την καταπολέμηση της απάτης, αποδίδοντας την αύξηση της εγκληματικότητας στους μετανάστες — ισχυρισμούς που οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αμφισβητούν ως ατεκμηρίωτους.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρόεδρος στοχοποιεί την Όμαρ και τη Τλαΐμπ. Από την πρώτη του θητεία έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει τη φράση «στείλτε τις πίσω», προκαλώντας κατηγορίες περί ξενοφοβίας και ρατσισμού. Η ίδια η Όμαρ έχει δηλώσει ότι κάθε φορά που ο πρόεδρος χρησιμοποιεί ρητορική μίσους εναντίον της, οι απειλές κατά της ζωής της αυξάνονται, σημειώνοντας ότι πρόσφατη επίθεση εναντίον της συνδέεται με το κλίμα πόλωσης.
Το νέο επεισόδιο αναδεικνύει το βαθύ πολιτικό ρήγμα στις ΗΠΑ, με τη ρητορική για τη μετανάστευση να παραμένει στο επίκεντρο, λίγους μήνες πριν από μια ακόμη εκλογική αναμέτρηση υψηλής έντασης.