Σπάνιες γαίες: Η νέα ομηρία της Δύσης και το αμερικανικό δίλημμα

Οι σπάνιες γαίες είναι το μυστικό όπλο της Κίνας, που μπορεί να παραλύσει τη Δύση. Πώς οι ΗΠΑ μπορούν να πάρουν την πρωτοκαθεδρία χωρίς να κάνουν άνω κάτω τις αγορές

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ © EPA/POOL/Freepik/Powergame.gr

Η ιστορία κύκλους κάνει, με γεγονότα του παρελθόντος να επαναλαμβάνονται έχοντας όμως διαφορετικούς πρωταγωνιστές κάθε φορά. Και όπως υπερθεμάτιζαν οι σημειολόγοι του 20ου αιώνα, στο φάντασμα «ο σκελετός παραμένει ίδιος, αυτό που αλλάζει είναι το σεντόνι». Σε ανάλυσή του ο Economist επικεντρώνεται στην πετρελαϊκή κρίση του 1973, όταν οι Αραβικές χώρες έθεσαν τον πλανήτη σε καθεστώς ομηρίας, κλείνοντας την κάνουλα για τα κράτη που θεωρούσαν ότι στηρίζουν το Ισραήλ. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί σήμερα με την Κίνα και τις σπάνιες γαίες. Το διακύβευμα: Η κατάληψη της Ταϊβάν. Εδώ και αρκετά χρόνια το Πεκίνο σφίγγει ολοένα και περισσότερο τον κλοιό γύρω από την Ταϊβάν, αναβαθμίζοντας δραστικά το κινεζικό Πολεμικό Ναυτικό μέσα από την κατασκευή αεροπλανοφόρων και πλήθους αποβατικών πλοίων, όπως και εξελιγμένων θαλάσσιων drones.

Σε μια ενδεχόμενη επιθετική στρατιωτική ενέργεια κατά της Ταϊπέι, η Κίνα θα μπορούσε να «αδρανοποιήσει» τρίτες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, που θα θελήσουν να κινητοποιηθούν για να συνδράμουν τη νησιωτική χώρα. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μ’ ένα μπλόκο στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Το Πεκίνο έχει δείξει ότι είναι έτοιμο να το κάνει, όπως συνέβη το 2025 όταν διέκοψε τις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Ήταν Απρίλιος, με τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ σε πλήρη εξέλιξη, όταν η Κίνα περιόρισε τις εξαγωγές επτά κρίσιμων σπάνιων γαιών. Λίγους μήνες μετά, τον Οκτώβριο, έθεσε στο στόχαστρο άλλες πέντε. Σχεδόν το 1/3 των προγραμμάτων προμηθειών του Πενταγώνου αντιμετώπισε τον κίνδυνο ελλείψεων, όπως και οι βιομηχανίες από την αυτοκινητοβιομηχανία έως τις ΑΠΕ. Η προοπτική μιας μεγάλης κλίμακας διαταραχής ώθησε τότε τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ σε μια εμπορική εκεχειρία με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, καθώς και σε χαλάρωση των αμερικανικών ελέγχων σε ορισμένες εξαγωγές τεχνολογίας (σ.σ. ημιαγωγοί).

Ωστόσο, το Πεκίνο μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά αυτό το όπλο, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Έχοντας αυτό κατά νου, μόνο τυχαίο δεν είναι ότι η Ουάσιγκτον στη «δεύτερη φορά» Τραμπ στον Λευκό Οίκο, έχει προχωρήσει στη μεγαλύτερη παρέμβασή της στις αγορές εμπορευμάτων εδώ και δεκαετίες. Οι σπάνιες γαίες αποτελούν ομάδα ορυκτών ζωτικής σημασίας για την κατασκευή στρατιωτικών, ηλεκτρικών και υπολογιστικών υποδομών. Πρακτικά, βρίσκουν εφαρμογή σε όλα όσα χρειάζονται οι σύγχρονες οικονομίες για να είναι ασφαλείς, τεχνολογικά προηγμένες και πράσινες.

Οι αριθμοί για την πρωτοκαθεδρία της Κίνας είναι αμείλικτοι, εξ ου και οι ΗΠΑ έχουν ξεκινήσει μια παγκόσμια εκστρατεία με στόχο τη διαφοροποίηση στην προμήθεια 60 κρίσιμων ορυκτών. Προς αυτήν την κατεύθυνση, έχουν δεσμεύσει δισεκατομμύρια δολάρια για δεκάδες έργα εξόρυξης στο εσωτερικό και το εξωτερικό, έχουν προτείνει σχέδια για τον καθορισμό κατώτατων τιμών και έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να δημιουργήσουν τεράστια αποθέματα για την κάλυψη των εθνικών αναγκών σε βάθος αρκετών μηνών. Το πρόβλημα, ωστόσο, σύμφωνα με τον Economist, είναι ότι η Αμερική δεν έχει στη διάθεσή της τον απαιτούμενο χρόνο, πληρώνοντας τις λανθασμένες επιλογές από το 2000 και μετά, όταν έδωσε το ελεύθερο στην Κίνα να δημιουργήσει το δικό της παγκόσμιο εμπορικό δίκτυο. Παράλληλα, στην απεγνωσμένη προσπάθειά της να αποκτήσει τον έλεγχο, καταστρέφει το ευέλικτο και ανθεκτικό σύστημα των κινήτρων της αγοράς που εξασφαλίζει την ομαλή λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.

Το μονοπώλιο της Κίνας στις σπάνιες γαίες

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η πιο αποτελεσματική απάντηση απέναντι στις πρακτικές της Κίνας είναι η ενίσχυση και θωράκιση του τρόπου λειτουργίας των διεθνών αγορών. Πράγματι, οι αγορές έχουν αποδείξει διαχρονικά την αξία τους. Μετά τις πετρελαϊκές αναταράξεις της δεκαετίας του 1970, το παγκόσμιο εμπόριο εμπορευμάτων αναπτύχθηκε ραγδαία. Οι τιμές των βασικών πρώτων υλών άρχισαν να καθορίζονται σε χρηματιστήρια, μέσα από τις συναλλαγές εκατομμυρίων συμμετεχόντων που συνάπτουν καθημερινά δεκάδες εκατομμύρια συμβόλαια παραγώγων. Παρά τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις -πολέμους, απεργίες, φυσικές καταστροφές, πανδημία- οι αγορές αποδείχθηκαν πιο ευέλικτες και αποτελεσματικές από τους μηχανισμούς κυβερνητικής πολιτικής.

Ωστόσο, οι ΗΠΑ ορθώς ανησυχούν. Η εκτεταμένη επιρροή της Κίνας στα κρίσιμα ορυκτά καθιστά επικίνδυνη μια «τυφλή» εμπιστοσύνη σε αυτό το… αόρατο χέρι που αργά ή γρήγορα ρυθμίζει την αγορά. Το Πεκίνο έχει επενδύσει συστηματικά επί δεκαετίες για να ελέγξει την παραγωγή και επεξεργασία βασικών μετάλλων, χρηματοδοτώντας εγχώρια έργα και αποκτώντας στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό (βλ. λιμάνια και ορυχεία στη Λατινική Αμερική). Παράλληλα, οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν συγχωνευθεί σε γιγαντιαίους ομίλους υπό κρατική επιρροή, με τεράστια ισχύ ώστε να συμπιέζουν τις τιμές διεθνώς και να αποθαρρύνουν επίδοξους ανταγωνιστές, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται βραχυπρόθεσμες ζημίες.

Η πρόκληση για την Ουάσιγκτον είναι να βρει τη σωστή ισορροπία, συνεχίζει ο Economist. Από τη μία πλευρά, οφείλει να προστατευτεί από το ενδεχόμενο νέων περιορισμών στις κινεζικές εξαγωγές, κίνηση που θα αύξανε σημαντικά το κόστος. Από την άλλη, καλείται να αποφύγει την υπερβολική κρατική παρέμβαση: Οι επιδοτήσεις και η δημιουργία αποθεμάτων συνεπάγονται σημαντικό δημοσιονομικό βάρος. Την ίδια στιγμή, διακρατικές συμφωνίες για πρώτες ύλες ενδέχεται να ενθαρρύνουν πελατειακές πρακτικές και αδιαφάνεια -κίνδυνος που εντείνεται σε περιβάλλον έντονης πολιτικής πόλωσης, όπως συμβαίνει μετά την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Στην πράξη, οι ΗΠΑ δεν κατευθύνουν πάντα αποτελεσματικά τους πόρους τους. Συχνά θεωρείται ότι κάθε δαπάνη δικαιολογείται στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, χωρίς επαρκή στόχευση στα πιο ευαίσθητα σημεία της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως η διύλιση και η κατεργασία των μετάλλων. Έτσι, από το Ντελαγουέρ των ΗΠΑ έως τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, προωθούνται αμφίβολα επενδυτικά σχέδια με προσδοκία κρατικής χρηματοδότησης από τον «Θείο Σαμ» σ’ ένα κατακερματισμένο πλάνο χωρίς κεντρικό σχεδιασμό. Και όλα αυτά, την ώρα που ο Βλαντίμιρ Πούτιν υπόσχεται επενδυτικό Ελ Ντοράντο στις ΗΠΑ με μεγαλόπνοες -αλλά αμφισβητούμενης αξιοπιστίας- συμφωνίες στον ενεργειακό και μεταλλευτικό τομέα, συνδέοντάς τις με γεωπολιτικές… διευθετήσεις (βλ. Ουκρανία).

Πώς να προστατευτείς χωρίς να καταστρέψεις την αγορά

Μια πιο συνεκτική στρατηγική από την πλευρά των ΗΠΑ θα έπρεπε να στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές. Πρώτον, στον σαφή περιορισμό του πεδίου παρέμβασης. Δεν είναι όλα τα ορυκτά εξίσου κρίσιμα. Μέταλλα όπως το αλουμίνιο, ο μόλυβδος και ο ψευδάργυρος είναι άφθονα, ανακυκλώνονται εύκολα και διαθέτουν υποκατάστατα. Ακόμη και σε μεγάλες αγορές όπως του χαλκού, το μονοπώλιο είναι δύσκολο. Αντίθετα, εξειδικευμένα υλικά -όπως ορισμένες σπάνιες γαίες- ενδείκνυται περισσότερο για γεωπολιτική πίεση. Εκεί θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα, ιδίως σε τομείς όπως η άμυνα και ενδεχομένως η υγεία, αφήνοντας άλλες βιομηχανίες να λειτουργήσουν με περισσότερη αυτονομία. Ακόμη και η διατήρηση περιορισμένου, αλλά κρίσιμου, μεριδίου παραγωγής εκτός κινεζικού ελέγχου μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Δεύτερον, απαιτείται αξιοποίηση πολλαπλών εργαλείων πολιτικής. Στοχευμένα στρατηγικά αποθέματα μπορούν να καλύψουν άμεσες ανάγκες σε περιόδους έντασης, ενώ συμβόλαια αγοράς με προκαθορισμένες τιμές μπορούν να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια. Ιδιαίτερη έμφαση χρειάζεται να δοθεί στη διύλιση, όπου συχνά κρίσιμα υποπροϊόντα απορρίπτονται ως απόβλητα λόγω υψηλού κόστους επεξεργασίας. Μια προσεκτικά σχεδιασμένη, υπό όρους κρατική στήριξη, θα μπορούσε να καταστήσει βιώσιμη την αξιοποίησή τους.

Τρίτον, είναι απαραίτητο να διατηρηθούν τα σωστά σήματα τιμών. Η προσαρμογή και η καινοτομία εξαρτώνται από το αν οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν αυξημένες τιμές όταν η προσφορά στενεύει. Και τέλος, οι τεχνητά χαμηλές και σταθερές τιμές ενισχύουν την εξάρτηση και αποθαρρύνουν τις εναλλακτικές λύσεις, καταλήγει το δημοσίευμα του Economist.