Έντονη πολιτική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στην Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς Δημοκρατικοί βουλευτές και γερουσιαστές πιέζουν για ψηφοφορία στο Κογκρέσο σχετικά με δραστικό περιορισμό των εξουσιών του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ως προς τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Η πρωτοβουλία αφορά ψήφισμα περί πολεμικών εξουσιών που θα υποχρεώνει τον πρόεδρο να τερματίσει τη χρήση ενόπλων δυνάμεων εναντίον του Ιράν, εκτός εάν υπάρξει ρητή έγκριση από το Κογκρέσο. Η προσπάθεια βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη, αλλά απέκτησε νέα δυναμική μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών το Σάββατο.
Η ηγεσία των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ είχε ανακοινώσει από την προηγούμενη εβδομάδα ότι θα κινήσει διαδικασίες για αναγκαστική ψηφοφορία στην ολομέλεια σχετικά με ψήφισμα για το Ιράν, επιδιώκοντας να επαναβεβαιώσει τον ρόλο του Κογκρέσου στην έγκριση χρήσης στρατιωτικής ισχύος.
Η έγκριση του μέτρου παραμένει αβέβαιη
Ωστόσο, η έγκριση του μέτρου παραμένει αβέβαιη, δεδομένου ότι τόσο η Γερουσία των ΗΠΑ όσο και η Βουλή ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς, πολλοί από τους οποίους έχουν εκφράσει αρχική στήριξη στα πλήγματα. Ο ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Τζον Θουν, επαίνεσε τις επιθέσεις, υποστηρίζοντας ότι η επιχείρηση θα πρέπει να στοχεύει ακόμη και σε αλλαγή ηγεσίας στο Ιράν.
Παράλληλα, η πρωτοβουλία των Δημοκρατικών έχει συγκεντρώσει ευρύτερη υποστήριξη, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές Τόμας Μάσι και Γουόρεν Ντέιβιντσον τάσσονται υπέρ του ψηφίσματος, αυξάνοντας τις πιθανότητες έγκρισής του στη Βουλή, εφόσον υπάρξει επαρκής παρουσία και στήριξη από τους Δημοκρατικούς.
Στη Γερουσία, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ραντ Πολ δήλωσε ότι θα αντιταχθεί σε έναν «νέο προεδρικό πόλεμο», σηματοδοτώντας ενδοκομματικές διαφοροποιήσεις ως προς τη στρατιωτική εμπλοκή.
Ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, χαρακτήρισε το Ιράν «επικίνδυνο παράγοντα» λόγω παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πυρηνικών φιλοδοξιών και στήριξης της τρομοκρατίας, τονίζοντας ωστόσο ότι, ελλείψει άμεσης απειλής, η κυβέρνηση οφείλει να ζητήσει έγκριση για προληπτική χρήση στρατιωτικής δύναμης που συνιστά πράξη πολέμου.
Από την πλευρά του, ο βουλευτής Ρο Κάνα, συνυποστηρικτής του ψηφίσματος μαζί με τον Μάσι, κάλεσε τους νομοθέτες να επιστρέψουν άμεσα στην Ουάσιγκτον για ψηφοφορία, χαρακτηρίζοντας τα πλήγματα ως έναρξη «παράνομου πολέμου αλλαγής καθεστώτος» που θέτει σε κίνδυνο αμερικανικές ζωές.
Ο Μάσι, μέσω κοινωνικών δικτύων, έκανε λόγο για «πράξεις πολέμου χωρίς έγκριση του Κογκρέσου», ενώ ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, ζήτησε την ψήφιση του μέτρου, χωρίς να καταδικάσει ευθέως τις επιθέσεις, επικρίνοντας ωστόσο την κυβέρνηση για έλλειψη ενημέρωσης προς το Κογκρέσο και την κοινή γνώμη.
Κήρυξη πολέμου μόνο από το Κογκρέσο
Σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, την εξουσία κήρυξης πολέμου διαθέτει το Κογκρέσο, αν και καμία κυβέρνηση μετά την εποχή του Φράνκλιν Ρούσβελτ δεν έχει προχωρήσει σε επίσημη κήρυξη πολέμου, επιλέγοντας αντ’ αυτού ευρύτερες εξουσιοδοτήσεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η σχετική νομοθεσία περί πολεμικών εξουσιών θεσπίστηκε το 1973 με στόχο τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης στρατιωτικής εμπλοκής, ιδίως μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Παρά το ενδεχόμενο το ψήφισμα να εγκριθεί, εκτιμάται ότι ο Τραμπ θα ασκήσει βέτο, αν και σημαντική διακομματική στήριξη θα μπορούσε να τον ωθήσει σε περιορισμό των επιθέσεων. Την ίδια ώρα, κορυφαίοι Δημοκρατικοί γερουσιαστές, όπως ο Μαρκ Γουόρνερ, υπογραμμίζουν ότι η απόφαση για πόλεμο ανήκει στο Κογκρέσο και ότι η έναρξη εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων χωρίς σαφή νομική αιτιολόγηση εγείρει σοβαρά συνταγματικά ζητήματα.
Άλλοι γερουσιαστές, μεταξύ των οποίων οι Τιμ Κέιν και Άντι Κιμ, έχουν επίσης ζητήσει ψηφοφορία για ανάλογα μέτρα ελέγχου της χρήσης στρατιωτικής ισχύος, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενημέρωσε την ηγεσία του Κογκρέσου και τις επιτροπές πληροφοριών για τα πλήγματα.
Αντίθετα, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ υπερασπίστηκε την επιχείρηση ως «καθοριστική και αναγκαία», υποστηρίζοντας ότι στοχεύει στην αποτροπή των πυρηνικών φιλοδοξιών της ιρανικής ηγεσίας, στην αποδυνάμωση του βαλλιστικού της προγράμματος και στην καταστροφή ναυτικών και τρομοκρατικών δυνατοτήτων.