Η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στη διεθνή ναυτιλία, με επίκεντρο τα κλειστά πλέον Στενά του Ορμούζ – έναν από τους πιο κρίσιμους θαλάσσιους διαύλους ανά τον κόσμο, από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου πετρελαίου.
Μετά τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν, κορυφαίες ναυτιλιακές εταιρείες μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων είχαν ήδη αναστείλει τη διέλευση πλοίων από την περιοχή, εντείνοντας τις ανησυχίες για παρατεταμένη διαταραχή στο παγκόσμιο εμπόριο.
Η δανέζικη Maersk ανακοίνωσε ότι διακόπτει όλες τις διελεύσεις πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, προειδοποιώντας για καθυστερήσεις σε δρομολόγια που περιλαμβάνουν λιμάνια του Περσικού Κόλπου.
Παράλληλα, ανέστειλε και μελλοντικές διελεύσεις μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και της Διώρυγας του Σουέζ, ανακατευθύνοντας τα πλοία της γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, στη νότια Αφρική.
20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων
Τα Στενά του Ορμούζ, ανάμεσα στο Ομάν και το Ιράν, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα «σημεία ασφυξίας» της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.
Από εκεί διέρχονται κατά μέσο όρο 21 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων. Οποιαδήποτε διακοπή, ακόμη και προσωρινή, αρκεί για να ωθήσει ανοδικά τις τιμές ενέργειας, να αυξήσει τα ναύλα και να δημιουργήσει καθυστερήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η κρίση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κομβικό πέρασμα και για το παγκόσμιο εμπόριο εμπορευματοκιβωτίων. Λιμάνια όπως το Jebel Ali και το Khor Fakkan λειτουργούν ως μεγάλοι διαμετακομιστικοί κόμβοι, συνδέοντας δρομολόγια μεταξύ Ασίας, Ευρώπης και Αμερικής. Ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση της περιοχής επηρεάζει άμεσα τις παγκόσμιες ροές προϊόντων.
Εκτός από τη Maersk, και άλλοι κολοσσοί του κλάδου ανακοίνωσαν μέτρα. Η γερμανική Hapag-Lloyd γνωστοποίησε ότι αναστέλλει τις διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ για λόγους ασφάλειας των πληρωμάτων της.
Η γαλλική CMA CGM έδωσε εντολή σε όλα τα πλοία της που βρίσκονται στον Κόλπο ή κατευθύνονται προς την περιοχή να κινηθούν προς ασφαλή αγκυροβόλια, ενώ σταμάτησε και τις διελεύσεις από τη Διώρυγα του Σουέζ, ανακατευθύνοντας τα πλοία μέσω Αφρικής.
Η μεγαλύτερη εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο, η MSC, ανακοίνωσε ότι έδωσε εντολή στα πλοία της στον Περσικό Κόλπο να κατευθυνθούν σε προκαθορισμένες ασφαλείς περιοχές, τονίζοντας ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Παράλληλα, αυξάνεται η ανησυχία και για το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το στενό που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό. Το πέρασμα αυτό αντιπροσωπεύει περίπου το 12% του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και το 8% του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η διακοπή των διελεύσεων από εκεί ενισχύει περαιτέρω τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και αν τα Στενά του Ορμούζ δεν κλείσουν πλήρως, ο κίνδυνος μεμονωμένων επιθέσεων σε δεξαμενόπλοια αρκεί για να καταστήσει τις ναυτιλιακές εταιρείες εξαιρετικά επιφυλακτικές. Το αυξημένο ρίσκο μεταφράζεται σε υψηλότερα ασφάλιστρα, αυξημένα ναύλα και επιμήκυνση των διαδρομών, με άμεσο αντίκτυπο στο κόστος μεταφοράς και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Η εναλλακτική της παράκαμψης μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας προσθέτει χιλιάδες ναυτικά μίλια και αρκετές ημέρες ταξιδιού σε κάθε δρομολόγιο μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη κατανάλωση καυσίμων, περιορισμένη διαθεσιμότητα πλοίων και επιπλέον πίεση στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει ήδη δοκιμαστεί από γεωπολιτικές κρίσεις και εμπορικές εντάσεις.
Κόστος ζωής και καθημερινότητα
Η ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση των Στενών του Ορμούζ δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ναυτιλίας και εμπορίου, αλλά και έναν σοβαρό παράγοντα που μπορεί να επιδεινώσει δραματικά το κόστος ζωής διεθνώς.
Οι εξελίξεις μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο Ιράν έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου ενεργειακού σοκ, τη στιγμή που πολλές οικονομίες δεν έχουν ακόμη ανακάμψει πλήρως από τις προηγούμενες κρίσεις.
Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία είναι από τα δυσμενέστερα σενάρια για την παγκόσμια οικονομία. Παρότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν θεωρείται ότι έχουν αποδυναμωθεί, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει η πρόθεση και η ικανότητά του να διαταράξει τη διέλευση πλοίων.
Ακόμη και χωρίς πλήρες κλείσιμο του περάσματος, στοχευμένες επιθέσεις ή αυξημένος κίνδυνος ασφάλειας θα μπορούσαν να αποθαρρύνουν εταιρείες και ασφαλιστές από τη χρήση της διαδρομής.
Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα: η τιμή του Brent εκτινάχθηκε έως και 13%, φτάνοντας σε υψηλό άνω του ενός έτους πριν περιορίσει μέρος των κερδών. Παράλληλα, τα ασιατικά χρηματιστήρια ανέκαμψαν από τις αρχικές απώλειες, δείχνοντας ότι οι επενδυτές προς το παρόν εκτιμούν πως οι διαταραχές μπορεί να αποδειχθούν προσωρινές — αν και το ρίσκο παραμένει υψηλό.
Αναλυτές της UBS σημειώνουν ότι ένα πλήρες φυσικό κλείσιμο των Στενών θα ήταν δύσκολο, όμως η Τεχεράνη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές καθυστερήσεις και αποφυγή της διέλευσης, δημιουργώντας διαταραχή μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνη της απώλειας ρωσικών ενεργειακών ροών το 2022.
Ωστόσο, επισημαίνουν ότι η ίδια η ιρανική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου, γεγονός που μείωνε -σε πρώτη φάση- την πιθανότητα μιας παρατεταμένης πλήρους διακοπής, εκτός εάν πρόκειται για έσχατη επιλογή – όπως τελικά αποδείχθηκε από πλευράς Ιρανών.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας θεωρείται ο πιο άμεσος μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης στην πραγματική οικονομία. Η αύξηση του πετρελαίου μεταφράζεται σχεδόν άμεσα σε ακριβότερα καύσιμα, υψηλότερα μεταφορικά κόστη και τελικά σε ευρύτερες ανατιμήσεις προϊόντων και υπηρεσιών.
Παράλληλα, περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη, δημιουργώντας ένα «στασιμοπληθωριστικό» περιβάλλον: υψηλός πληθωρισμός με χαμηλότερη ανάπτυξη.
Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε δύσκολη θέση, καθώς καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στον έλεγχο του πληθωρισμού και την αποφυγή νέας επιβράδυνσης της οικονομίας. Η εμπειρία μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, όταν οι τιμές ενέργειας εκτόξευσαν τον πληθωρισμό διεθνώς, λειτουργεί ως βασικό σημείο αναφοράς για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Ιδιαίτερα ευάλωτη εμφανίζεται η Ασία, όπου πολλές οικονομίες — όπως Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ταϊβάν και Σιγκαπούρη — εισάγουν πάνω από το 80% της ενέργειας που καταναλώνουν. Η παρατεταμένη άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου συνεπάγεται απώλεια εθνικού εισοδήματος, αυξημένες δημοσιονομικές πιέσεις και ενδεχόμενα μέτρα στήριξης των καταναλωτών.
Ενεργειακή αστάθεια στην Ευρώπη
Στην Ευρώπη, μια παρατεταμένη διαταραχή θα μπορούσε να προκαλέσει νέα ενεργειακή αστάθεια, ειδικά με τα αποθέματα να βρίσκονται ήδη σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών της Citi, οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου θα μπορούσαν να εκτοξευθούν σημαντικά αν το πέρασμα λειτουργήσει με μειωμένη χωρητικότητα ή κλείσει για μεγάλο διάστημα, με άμεσες πληθωριστικές επιπτώσεις.
Την ίδια ώρα, η Κίνα συνεχίζει να απορροφά μεγάλο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι, παρά την ένταση, η ενεργειακή ροή ενδέχεται να διατηρηθεί σε κάποιο βαθμό. Ωστόσο, ένα παρατεταμένο πολεμικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να πλήξει και τις εύθραυστες εμπορικές ισορροπίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου, εντείνοντας τη γεωοικονομική αβεβαιότητα.
Συνολικά, το βασικό ρίσκο δεν περιορίζεται σε μια άμεση ενεργειακή κρίση, αλλά σε ένα ντόμινο αυξήσεων: καύσιμα, τρόφιμα, μεταφορές και βιομηχανικό κόστος. Αν η ένταση διατηρηθεί, οι πιέσεις στο κόστος ζωής θα μπορούσαν να ενταθούν παγκοσμίως, επηρεάζοντας τόσο τις ανεπτυγμένες όσο και τις αναδυόμενες οικονομίες.