Γιατί η Ευρώπη αδυνατεί να έχει κοινή γραμμή στον πόλεμο του Ιράν

Η διχασμένη Ευρώπη σε ρόλο παρατηρητή απέναντι στον πόλεμο του Ιράν. Η κρίση στη Μέση Ανατολή που δοκιμάζει εκ νέου την Ευρωπαϊκή Ένωση

Στραπατσαρισμένη σημαία της ΕΕ © Pixabay

Ο πόλεμος του Ιράν και η κρίση στη Μέση Ανατολή ήρθε να επιβεβαιώσει (για πολλοστή φορά) πόσο βαθιά διχασμένη παραμένει η ΕΕ. Εδώ και εβδομάδες, τα κέντρα αποφάσεων στην Ευρώπη έβλεπαν τον πόλεμο στο Ιράν να έρχεται, παρακολουθώντας την ολοένα αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και τις αυστηρές προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον προς την Τεχεράνη να εγκαταλείψει τις πυρηνικές της επιδιώξεις. Παρ’ όλα αυτά, όταν ξεκίνησε η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν, η ευρωπαϊκή αντίδραση υπήρξε από αργή και αποσπασματική μέχρι χλιαρή και χωρίς ξεκάθαρη ενιαία κατεύθυνση. Και δεν είναι μόνο η στάση του Πέδρο Σάντσεθ απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, που μοιαζει να έρχεται ως φυσική συνέχεια στις κινήσεις του Εμανουέλ Μακρόν στην πρόσφατη Σύνοδο του Νταβός.

Όπως επισημαίνει το BBC σε ανάλυσή του, η πρώτη ανησυχία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αφορά την ασφάλεια των πολιτών τους στη Μέση Ανατολή. Χιλιάδες Ευρωπαίοι ζουν και εργάζονται στην περιοχή, και το ενδεχόμενο εκκενώσεων απαιτεί σύνθετο επιχειρησιακό σχεδιασμό και διακρατικό συντονισμό, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Κυριάκος Μητσοτάκης, στην τοποθέτησή του νωρίτερα στη Βουλή. Ταυτόχρονα, η οικονομική επίπτωση της οικονομικής κρίσης είναι ήδη αισθητή. Οι τιμές της ενέργειας, κυρίως του φυσικού αερίου, καταγράφουν απότομη άνοδο, επαναφέροντας μνήμες από την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο 2022. «Κουρασμένες από τις διαδοχικές κρίσεις», οι κοινωνίες στην Ευρώπη φοβούνται για ένα νέο κύμα ακρίβειας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο στο Ιράν, όπου η Τεχεράνη μοιάζει να ακολουθεί συγκεκριμένο σχέδιο , το οποίο επόπτευε ο ίδιος ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.

Σε πολιτικό επίπεδο, οι διαφοροποιήσεις είναι εμφανείς. Η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, προειδοποιώντας ότι είναι έτοιμες να αναλάβουν «αμυντική δράση» αν συνεχιστούν οι ιρανικές επιθέσεις. Ωστόσο, πίσω από τη διατύπωση αυτή διαφαίνονται διαφορετικές προσεγγίσεις. Το Λονδίνο επέτρεψε τη χρήση δύο στρατιωτικών του βάσεων για επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται αμυντικές. Το Παρίσι ενίσχυσε τη στρατιωτική του παρουσία μετά από επίθεση σε γαλλική βάση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αντίθετα, το Βερολίνο περιορίστηκε σε δηλώσεις ετοιμότητας, χωρίς συγκεκριμένες ανακοινώσεις.

Κοινός παρονομαστής των τριών είναι η αποφυγή ανοιχτής αμφισβήτησης της νομιμότητας των αμερικανοϊσραηλινών ενεργειών. Η στάση αυτή συνδέεται με τον φόβο ρήξης με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες ανησυχούν ότι μια δημόσια αντιπαράθεση θα αποδυνάμωνε τη δυτική συνοχή, ειδικά ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει σε εξέλιξη.

Η περίπτωση Σάντσεθ και οι κινήσεις Μακρόν

Εξαίρεση αποτέλεσε ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος υποστήριξε ότι μπορεί κανείς να αντιτίθεται στο ιρανικό καθεστώς χωρίς να εγκρίνει στρατιωτικές επεμβάσεις εκτός πλαισίου Διεθνούς Δικαίου. Η Μαδρίτη αρνήθηκε τη χρήση αμερικανικών βάσεων στο ισπανικό έδαφος για επιθέσεις κατά του Ιράν, προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Τραμπ και διπλωματική ένταση.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εικόνα είναι επίσης σύνθετη. Οι υπουργοί Εξωτερικών απέφυγαν να στηρίξουν ρητά αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Ωστόσο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έκανε λόγο για ανάγκη «αξιόπιστης μετάβασης», υιοθετώντας διαφορετικό τόνο. Η έλλειψη πλήρους ομοφωνίας περιορίζει τη βαρύτητα της ευρωπαϊκής παρέμβασης.

Το ευρύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να λειτουργήσει ως ενιαία στρατηγική δύναμη σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Το 2026 χαρακτηρίζεται από διεθνή αστάθεια, με πολλαπλά μέτωπα και μεταβαλλόμενες ισορροπίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε αναθεώρηση του γαλλικού πυρηνικού δόγματος και αύξηση των πυρηνικών κεφαλών, στέλνοντας μήνυμα ότι η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει τη δική της αποτρεπτική ικανότητα, ιδιαίτερα καθώς η εμπιστοσύνη στην αμερικανική πυρηνική ομπρέλα δεν θεωρείται αυτονόητη.

Η συζήτηση για ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή αναζωπυρώνεται, με χώρες όπως η Πολωνία και η Γερμανία να εξετάζουν στενότερη συνεργασία με τη Γαλλία. Το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει βασικός πυλώνας μέσω του ΝΑΤΟ, όμως η ιδέα μιας πιο «ευρωπαϊκής» άμυνας απαιτεί βαθύτερο συντονισμό.

 

Ξανά στο επίκεντρο το αμυντικό δόγμα της Ευρώπης

Ένα διαχρονικό πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός των αμυντικών συστημάτων. Οι ΗΠΑ διαθέτουν περιορισμένο αριθμό βασικών οπλικών συστημάτων, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιούν πολλαπλάσια, με επικαλύψεις που αυξάνουν το κόστος και μειώνουν τη διαλειτουργικότητα. Επιπλέον, οι εθνικές κυβερνήσεις συχνά προτάσσουν την προστασία των εγχώριων αμυντικών βιομηχανιών, δυσχεραίνοντας τις κοινές προμήθειες.

Οι ιστορικές εμπειρίες επηρεάζουν επίσης τις επιλογές. Η Γερμανία, μετά τη ρωσική εισβολή, έχει επιταχύνει τον επανεξοπλισμό της. Η Ιταλία, υπό την Τζόρτζια Μελόνι, στηρίζει την Ουκρανία αλλά αντιμετωπίζει εσωτερικές αντιδράσεις για αυξημένες αμυντικές δαπάνες.

Τελικά, η αδυναμία κοινής στάσης για το Ιράν αντανακλά τις διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες -πάγιο πρόβλημα στην Ευρώπη των «27». Και όπως αναφέρει η πρόσφατη κίνηση των «6», σε έναν πολυπολικό κόσμο, ίσως η λύση να μην είναι η απόλυτη ομοφωνία, αλλά ευέλικτοι συνασπισμοί χωρών που συνεργάζονται κατά περίπτωση, προχωρώντας όπου υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων, καταλήγει το BBC.