New York Times: Μυστικές επαφές CIA και Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου

Το παρασκήνιο των μυστικών επαφών της CIA με πράκτορες του Ιράν για τερματισμό του πολέμου. Ο ρόλος του Ισραήλ και των Φρουρών της Επανάστασης

Ένας Ιρανός τοποθετεί την εθνική σημαία της χώρας του ανάμεσα σε ερείπια στην Τεχεράνη © EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Πράκτορες του Υπουργείου Πληροφοριών του Ιράν επιχείρησαν να ανοίξουν μυστικό δίαυλο επικοινωνίας με τη CIA, καταθέτοντας μια πρώτη, διερευνητική πρόταση για τους όρους υπό τους οποίους θα μπορούσε να εξεταστεί ο τερματισμός των εχθροπραξιών, σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του New York Times. Το δημοσίευμα φώτισε το παρασκήνιο των εξελίξεων που εκτυλίσσονται, ενώ η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Η κίνηση αυτή πραγματοποιήθηκε μόλις λίγα εικοσιτετράωρα μετά την έναρξη των επιθέσεων, στοιχείο που αποτυπώνει το εύρος της πίεσης που δέχεται το ιρανικό καθεστώς. Οι στοχευμένες επιχειρήσεις έχουν πλήξει καίρια την ανώτατη διοικητική του πυραμίδα, δημιουργώντας κενά εξουσίας και κλίμα αβεβαιότητας στο εσωτερικό της χώρας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τμήματα του κρατικού μηχανισμού φαίνεται να αναζητούν τρόπους αποκλιμάκωσης πριν η κατάσταση καταστεί μη αναστρέψιμη.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η προσέγγιση δεν έγινε μέσω επίσημων διπλωματικών καναλιών – τα οποία εδώ και καιρό είναι ουσιαστικά ανενεργά – αλλά μέσω της υπηρεσίας πληροφοριών τρίτης χώρας που ανέλαβε ρόλο διαμεσολαβητή. Η επιλογή του συγκεκριμένου διαύλου υποδηλώνει αφενός την απουσία εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών και αφετέρου την ανάγκη για άτυπες, χαμηλού προφίλ επαφές που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως προθάλαμος πιθανών διαπραγματεύσεων.

Επιφυλακτική η κυβέρνηση Τραμπ, ο ρόλος του Ισραήλ

Παρά την κίνηση αυτή, στην Ουάσιγκτον επικρατεί έντονος σκεπτικισμός. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς το κατά πόσον η Τεχεράνη διαθέτει σήμερα ένα συνεκτικό κέντρο λήψης αποφάσεων ικανό να διαπραγματευτεί και – κυρίως – να τηρήσει μια συμφωνία. Ο Αμερικανός πρόεδρος, αν και αρχικά άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας «μεγάλης συμφωνίας» που θα περιλάμβανε δραστικούς περιορισμούς στο πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, δήλωσε στη συνέχεια πως ίσως είναι «πολύ αργά» για συνομιλίες, επισημαίνοντας ότι πολλοί από τους Ιρανούς αξιωματούχους με τους οποίους θα μπορούσαν να υπάρξουν επαφές έχουν πλέον σκοτωθεί.

Στο μεταξύ, Ισραηλινοί αξιωματούχοι φέρονται να προέτρεψαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αγνοήσουν την ιρανική προσέγγιση, εκτιμώντας ότι μια πρόωρη διαπραγμάτευση θα ανέκοπτε τη στρατιωτική δυναμική που έχει διαμορφωθεί. Ο πρωθυπουργός Μπένιαμιν Νετανιάχου έχει επανειλημμένα εκφράσει δυσπιστία απέναντι στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει αξιόπιστος «μετριοπαθής» συνομιλητής εντός του ιρανικού καθεστώτος, υποστηρίζοντας ότι ο πυρήνας της εξουσίας παραμένει ιδεολογικά αμετακίνητος.

Καθοριστικός θεωρείται ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης. Το Σώμα των Islamic Revolutionary Guard Corps διατηρεί ισχυρή επιρροή τόσο στον στρατιωτικό όσο και στον οικονομικό τομέα και ενδέχεται να αποτελέσει τον βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας. Αναλυτές εκτιμούν ότι στους κόλπους του υπάρχουν στελέχη που, αν και προέρχονται από τον σκληρό πυρήνα του συστήματος, θα μπορούσαν να επιδιώξουν μια συμφωνία που θα διασφαλίζει τη διατήρηση της ισχύος τους έναντι της πλήρους κατάρρευσης.

Την ίδια στιγμή, η απουσία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ έχει μεταβάλει ριζικά το εσωτερικό ισοζύγιο δυνάμεων. Η διαδικασία διαδοχής, υπό συνθήκες πολέμου, είναι εξαιρετικά ασταθής, ενισχύοντας την αβεβαιότητα για το ποιος – και με ποια νομιμοποίηση – θα μπορούσε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Στο εσωτερικό του Ιράν, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει υπαρκτή, όμως η μετατροπή της σε οργανωμένη πολιτική αλλαγή δεν είναι δεδομένη. Η αμερικανική διοίκηση φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από το αρχικό σενάριο μιας αυθόρμητης λαϊκής εξέγερσης που θα ανέτρεπε το καθεστώς, στρεφόμενη σε μια πιο ρεαλιστική επιδίωξη: μια ελεγχόμενη μετάβαση με πρόσωπα προερχόμενα από το υφιστάμενο σύστημα, αλλά διατεθειμένα να διαπραγματευθούν.

Η εμπειρία της συμφωνίας του 2015 επί προεδρίας Μπάρακ Ομπάμα επανέρχεται αναπόφευκτα στη συζήτηση. Τότε, η Ουάσιγκτον είχε επενδύσει στην ιδέα ότι η σταδιακή επανένταξη του Ιράν στη διεθνή οικονομία θα ενίσχυε πιο πραγματιστικές δυνάμεις. Σήμερα, ωστόσο, το περιβάλλον είναι σαφώς πιο ασταθές και η στρατιωτική διάσταση της κρίσης περιορίζει τα περιθώρια πολιτικών πειραματισμών.

Οι επαφές που αποκαλύπτονται δεν συνιστούν ακόμη διαπραγμάτευση με την πλήρη έννοια του όρου. Αποτελούν, όμως, ένδειξη ότι ακόμη και σε συνθήκες ανοιχτής σύγκρουσης, οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν παύουν να αναζητούνται. Το αν θα μετατραπούν σε ουσιαστικό πλαίσιο συνομιλιών ή θα παραμείνουν μια σύντομη παρένθεση μέσα σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, θα εξαρτηθεί από την αντοχή των εμπλεκόμενων πλευρών και από το ποιος τελικά θα κρατά τα ηνία στην Τεχεράνη.