Τα αντίποινα του Ιράν όχι μόνο σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις αλλά αστικές περιοχές, λιμάνια και αεροδρόμια των χωρών της Αραβικής Χερσονήσου, μετά τις συντονισμένες επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ που ξεκίνησαν το πρωί του Σαββάτου, επιβεβαιώνουν τη στρατηγική χάος που ακολουθεί η Τεχεράνη για να κλονίσει τα πλούσια πετρελαιοπαραγωγά κράτη και κατ’ επέκταση τις ροές ενέργειας στην παγκόσμια οικονομία. Η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), είναι πρακτικά αδύνατη, με την άνοδο των τιμών ενέργειας να απειλούν την έναρξη ενός νέου κύκλου ανατιμήσεων και σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής στην παγκόσμια οικονομία. Σήμερα αναχαιτίστηκε βαλλιστικός πύραυλος που κατευθύνονταν στην Τουρκία από δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ενώ επλήγη πλοίο στα Στενά του Ορμούζ, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg.
Παράγοντες του ναυτιλιακού κλάδου τονίζουν ότι η πρόθεση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, να παράσχει ασφαλιστικές εγγυήσεις και συνοδεία από το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ σε όσα δεξαμενόπλοια πετρελαίου και LNG πρέπει να περάσουν τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι αρκετή. «Τίποτα δεν είναι βέβαιο και χρειαζόμαστε σαφήνεια», δήλωσε ο Καλίντ Χασίμ, διευθυντικό στέλεχος της Precious Shipping, στους Financial Times. Πληροφορίες των New York Times, στο μεταξύ, αποκάλυψαν ότι η ιρανική πλευρά είχε προσεγγίσει ανεπίσημα τον Λευκό Οίκο μια ημέρα μετά την έναρξη των επιθέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ αλλά η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου υποβάθμισε την προοπτική μιας ουσιαστικής λύσης. Με το νέο πολεμικό μέτωπο να επηρεάζει μέχρι και την ασφάλεια της Κύπρου μετά τις πρόσφατες επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε βρετανικές βάσεις, η αβεβαιότητα είναι οξυμένη, ιδίως μετά την εκτίμηση του Τραμπ πως οι συγκρούσεις μπορεί να διαρκέσουν «τέσσερις με πέντε εβδομάδες».
Εκτός από τον υψηλό γεωπολιτικό κίνδυνο, η πιθανότητα μιας νέας ενεργειακής κρίσης ταλανίζει τις αγορές, με τον χρηματιστηριακό δείκτη KOSPI στη Νότια Κορέα να υποχωρεί πάνω από 12% στη σημερινή συνεδρίαση καθώς η οικονομία της ασιατικής χώρας εξαρτάται ολοσχερώς από εισαγωγές πετρελαίου. Από τις ΗΠΑ, οι παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου προειδοποίησαν ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν άμεσα στην παραγωγή πετρελαίου για να καλύψουν κενά από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν. Παρά την μεγάλη ανησυχία για μια ανεπάρκεια στην παγκόσμια προσφορά ορυκτών καυσίμων εάν συνεχιστεί ο πόλεμος αυτός, η άνοδος του πετρελαίου κατά 30% από το περασμένο Σάββατο θεωρείται περιορισμένη συγκριτικά με κρίσεις του παρελθόντος.
Ήπιες οι τάσεις στις αγορές συγκριτικά με τον πανικό των προηγούμενων ημερών
Η τιμή του αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ βρίσκεται σχεδόν στα 74 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή απέχει από τα 128 δολάρια που είχαν καταγραφεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ακόμη και σε σχέση με τον 12ήμερο πόλεμο μεταξύ του Ισραήλ με το Ιράν τον περσινό Ιούνιο, η αντίδραση των αγορών είναι συγκρατημένη παρά το ότι η Τεχεράνη ανεβάζει τους τόνους, δήλωσε ο Κάρλος Μπερολίν, αναλυτής της εταιρείας αναλύσεων Welligence. Απευθυνόμενος στους Financial Times, o ίδιος σημειώνει ότι οι τιμές στις διεθνείς αγορές είχαν αυξηθεί 260% στον πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973-74. Είχε, επίσης, καταγραφεί άνοδος 160% στην ιρανική επανάσταση του 1979. Στη δεκαετία του ΄90, όταν το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ, η άνοδος των τιμών έφτασε το 180%.
Προς το παρόν είναι ηπιότερες οι ανοδικές τάσεις, με την τιμή του πετρελαίου Μπρεντ να σταθεροποιείται σήμερα στα 81 δολάρια το βαρέλι. Ταυτόχρονα, η τιμή του φυσικού αερίου στην ολλανδική αγορά TTF υποχωρεί έως και 9,4% στα 48,5 ευρώ τη μεγαβατώρα (MwH) μετά από άνοδο άνω του 60% τα προηγούμενα δυο 24ώρα. Μεγαλύτερη ψυχραιμία επικράτησε, επίσης, στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια. Οι δείκτες στο Λονδίνο, τη Φρανκφούρτη και το Παρίσι παρουσιάζουν ενδοσυνεδριακά κέρδη από 0,5% έως 1,3% αφού χθες η Wall Street περιόρισε αρχικές απώλειες άνω του 2%, με τους δείκτες S&P 500 και Dow Jones να κλείνουν τελικά με πτώση μικρότερη του 1%. Ακόμη και ο διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs, Ντέιβιντ Σάλομον, δήλωσε ότι εξεπλάγην από την «ήπια» στάση των αγορών, προσθέτοντας πως είναι «ακόμη πολύ νωρίς για να αξιολογήσει κανείς την κατάσταση καθώς αρκετά είναι ακόμη άγνωστα».
Εξηγώντας τη σχετική ψυχραιμία των αγορών απέναντι στην ανταλλαγή πυρών μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν, αναλυτές τονίζουν πως οι οικονομίες του ανεπτυγμένου κόσμου δεν είναι τόσο εκτεθειμένες πια στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Οι ΗΠΑ είναι σήμερα η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα ενώ στην παγκόσμια προσφορά συμμετέχουν, επίσης, η Βραζιλία, ο Καναδάς και η Γουιάνα. Επιπλέον αγορές ορυκτών καυσίμων, μετοχών, ομολόγων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων στον ανεπτυγμένο κόσμο έχουν «προπονηθεί» πρόσφατα κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες από την κρίση της πανδημίας της νόσου Covid-19 μέχρι τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι απώλειες στις ασιατικές αγορές είναι σαφώς μεγαλύτερες, με τον Nikkei 225 στο Τόκιο να χάνει σήμερα πάνω από 3,6%, επειδή περίπου 72% του πετρελαίου από τα κράτη-μέλη του ΟΠΕΚ αγοράζεται από τις χώρες εκεί. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κατάσταση παραμένει ρευστή, με τους ειδήμονες να τονίζουν πως δεν δίνεται σαφή εικόνα των σχεδίων της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ για τον τελικό στόχο αυτού του πολέμου.