Συντρίμμια πυραύλων πέφτουν στο Ντουμπάι. Το εμιράτο που έχτισε τη φήμη του πάνω στην ασφάλειά του, βιώνει το αδιανόητο εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, περιγράφει η Le Figaro. Η πόλη που έχει καταστεί η τουριστική βιτρίνα του Περσικού Κόλπου, μέχρι πρότινος είχε γνωρίσει μόνο οικονομικές και κτηματομεσιτικές κρίσεις. Στις παρούσες συνθήκες, η κυβέρνησή της κινητοποιείται για την ασφάλεια, τόσο των κατοίκων όσο και των τουριστών. Από αυτό εξαρτάται το μέλλον του Ντουμπάι, το οποίο πέρυσι υποδέχθηκε 19,6 εκατ. διεθνείς επισκέπτες, αριθμό-ρεκόρ για τον τουριστικό προορισμό.
«Η κατάσταση είναι σταθερή και οι δημόσιες υπηρεσίες συνεχίζουν να λειτουργούν», διαβεβαίωνε την Τρίτη το υπουργείο Οικονομίας και Τουρισμού. «Οι αρμόδιες αρχές συντονίζουν στενά τις ενέργειές τους και παρακολουθούν συνεχώς τις εξελίξεις ώστε να εγγυηθούν την ασφάλεια και την ευημερία όλων» έσπευσε να υπογραμμίσει.
Το βράδυ της Δευτέρας, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ αλ Ναγιάν πραγματοποίησε αιφνιδιαστική επίσκεψη στο Dubai Mall, το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο στον κόσμο, μαζί με τον διάδοχο σεΐχη του Ντουμπάι Χαμντάν μπιν Μοχάμεντ αλ Μακτούμ. Οι δύο άνδρες πήραν τον χρόνο να δειπνήσουν εκεί, μπροστά σε όλους. Η επικοινωνιακή αυτή ενέργεια είχε έναν μόνο στόχο: να δείξει ότι η ζωή στο Ντουμπάι συνεχίζεται κανονικά.
Το shopping ήταν πάντοτε ένας από τους βασικούς παράγοντες της ελκυστικότητας του εμιράτου. Δεν τίθεται ζήτημα η ανάφλεξη της περιοχής να αποθαρρύνει τους καταναλωτές από όλο τον κόσμο, αναφέρει η γαλλική εφημερίδα.
Τουρίστες λένε πως «η ατμόσφαιρα δεν είναι αυτή που βλέπουμε στα κοινωνικά δίκτυα». «Δεν υπάρχει πόλεμος εδώ, ακόμη κι αν ακούσαμε μερικές εκρήξεις. Όλα είναι ανοιχτά, βλέπω ακόμη και κρουαζιερόπλοια να λειτουργούν», περιέγραψε στη Figaro ένας επισκέπτης, προσθέτοντας πως παρότι δεν ξέρει πότε θα μπορέσει να φύγει, έχει εμπιστοσύνη ότι η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να καταστήσει τις συνθήκες άριστες για όλους.
Μετά το τρομακτικό περασμένο Σαββατοκύριακο, τουρίστρια αναφέρει ότι τελικά κατάφεραν να την καθησυχάσουν: «Η οδηγία ήταν να καταφύγουμε σε διαδρόμους ή μπάνια εξαιτίας μιας ομοβροντίας πυραύλων. Μου είχαν πει ότι το Ντουμπάι είναι η Ελβετία της Μέσης Ανατολής (…) Για μία ώρα είχα μεγάλο στρες, αλλά τελικά κοιμήθηκα καλά στο κρεβάτι μου».
Η σημασία των influencers για το Ντουμπάι
Μία πολύ διαφορετική εικόνα αντιθέτως σκιαγραφούν οι influencers, οι οποίοι μάλιστα παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της δημοτικότητας του Ντουμπάι ως τουριστικού προορισμού. «Σας ευχαριστώ για τη στήριξή σας. Ένα ταξίδι τεσσάρων ημερών εδώ ήταν το όνειρο των παιδιών μου. Σήμερα είναι εφιάλτης. Κλαίω, δεν κοιμάμαι, φοβόμαστε και ζούμε κάτω από τον εκκωφαντικό θόρυβο πυραύλων, αεροπλάνων και του συστήματος άμυνας» περιγράφει η πρώην Μις Γαλλία Ελοντί Γκοσουέν, η οποία παραμένει εγκλωβισμένη στο εμιράτο όπως χιλιάδες τουρίστες.
Σημειωτέον ότι ο τουρισμός αντιπροσωπεύει 13 % του ΑΕΠ του Ντουμπάι, κάτι που τροφοδοτεί ακόμη μεγαλύτερες φιλοδοξίες στον κλάδο. Το 2025 ο αριθμός των διεθνών επισκεπτών στο εμιράτο, που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο εδώ και χρόνια, αυξήθηκε κατά 5% ακόμα. Όλες οι μεγάλες διεθνείς αλυσίδες ξενοδοχείων έχουν παρουσία στο Ντουμπάι και επιδιώκουν να επεκταθούν ακόμη περισσότερο. Τα πιο trendy παριζιάνικα εστιατόρια, όπως τα Gigi και Maison Revka που ανήκουν στη θυγατρική Accor Paris Society, επιβάλλεται να έχουν παράρτημα εκεί. Στο εμιράτο βρίσκει κανείς όλες τις κουζίνες του κόσμου, καθώς και διαμάντια όπως το ινδικό εστιατόριο Tresind Studio που απέσπασε τρία αστέρια Michelin τον Μάιο του 2025.
Σε μια συγκυρία όμως που οι προοπτικές είναι ανησυχητικές, οι κρατήσεις καταρρέουν, οι αναβολές και ακυρώσεις ταξιδιών πολλαπλασιάζονται και ταξιδιωτικά γραφεία και οι tour operators πλήττονται σφόδρα, το μόνο που λείπει για το Ντουμπάι είναι μια σειρά δημοφιλέστατων influencers να αποκαλύπτουν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα τρόμο, αβεβαιότητα και δύσκολες συνθήκες.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, χρήστες των κοινωνικών δικτύων από άλλες χώρες κατηγορούν τους influencers που βρίσκονται στο Ντουμπάι ότι αποκρύπτουν τις πραγματικές συνθήκες στην περιοχή αυτή τη στιγμή και σκιαγραφούν μία εικόνα πιο ήρεμη απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, αποδίδοντας αυτή τους τη στάση σε συντονισμό από την κυβέρνηση. Οι ίδιοι οι influencers αρνούνται ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο και δηλώνουν «πραγματικά ασφαλείς» στο Ντουμπάι, ενώ σε πολλούς λογαριασμούς εμφανίζεται το ίδιο περιεχόμενο σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση προσπαθεί να προστατεύσει τους πολίτες.
Ωστόσο πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων κρύβουν τα επικριτικά σχόλια που εμφανίζονται κάτω από τις αναρτήσεις αυτές, ενώ comments όπως «Δεν φοβόμαστε ποτέ» εμφανίζονται ξανά και ξανά ως ακριβή αντίγραφα κάτω από αναρτήσεις, από διαφορετικούς λογαριασμούς. Έτσι χρησιμοποιούνται οι μηχανισμοί των social media για να ελέγχεται η εικόνα του Ντουμπάι, αναφέρει η Figaro.
Οι χώρες του Κόλπου σε απόγνωση
Σχεδόν κάθε ώρα, απειλές από το Ιράν ότι τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα αν οι επιθέσεις δεν σταματήσουν εξαπολύονται προς τα κράτη του Κόλπου, αναφέρει στο μεταξύ η Suddeutsche Zeitung. Μέχρι στιγμής οι χώρες αυτές έχουν κρατηθεί, με την αεράμυνά τους να έχει καταρρίψει τους πυραύλους περίπου στο 90 τοις εκατό των περιπτώσεων. Αυτό βέβαια συχνά δημιουργεί από μόνο του προβλήματα, καθώς τα συντρίμμια είναι που προκαλούν τις μεγάλες ζημιές. Πώς θα συνεχιστεί η κατάσταση; διερωτάται η γερμανική εφημερίδα.
«Στις αραβικές χώρες ξεκινά μια συζήτηση για το τι μπορεί να φέρει η λεγόμενη “στρατηγική υπομονή”», λέει ο Hasan Alhasan του think tank IISS. Οι Σαουδάραβες λέγεται ότι ήταν για καιρό σκεπτικοί απέναντι στην επίθεση του Τραμπ, τώρα όμως πιέζουν ώστε αυτή να γίνει τουλάχιστον σωστά. Με άλλα λόγια, κατά το σύνθημα «αν είναι να γίνει, ας γίνει», να επιβληθεί καθεστώτος στην Τεχεράνη. Άλλοι ηγέτες θέλουν προφανώς το αντίθετο, θέλουν δηλαδή να πείσουν τον Τραμπ για τερματισμό των επιθέσεων, προκειμένου το τέλος της σύρραξης να σώζει τα προσχήματα και για το Ιράν.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται σε δίλημμα: Από τη μία θέλουν ο πόλεμος να τελειώσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, κάτι που τους αφήνει ελάχιστες επιλογές πέρα από την κατάρρευση του καθεστώτος της Τεχεράνης, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω επιθέσεις στις υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίες θα ανέβαζαν την τιμή του πολέμου για όλο τον κόσμο στα ύψη. Από την άλλη πλευρά, ένας γρήγορος τερματισμός της σύρραξης θα σήμαινε ότι τα κράτη του Κόλπου θα έπρεπε να συνεχίσουν να τα βγάζουν πέρα με το ίδιο ακριβώς καθεστώς με το οποίο οι ηγέτες είχαν ταχθεί κατά του πολέμου. Είναι ένα δίλημμα από το οποίο τα κράτη του Κόλπου δεν έχουν βρει ακόμη καμία διέξοδο.
Την ίδια ώρα, όπως αναλύει το FAZ, εν μέσω πυραυλικών επιθέσεων οι πλούσιες μοναρχίες συσπειρώνονται. Πώς εξελίσσονται λοιπόν οι σχέσεις τους με το Ιράν, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ;
Σαουδική Αραβία
Η Σαουδική Αραβία είναι ο σημαντικότερος αραβικός σύμμαχος των ΗΠΑ. Ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν διατηρεί στενές σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ και την οικογένειά του. Μόνο η επιθυμία της Αμερικής να εξομαλύνει τις σχέσεις του με το Ισραήλ προσκρούει στην οργή του Βασιλείου για την πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης απέναντι στους Παλαιστίνιους. Το σιιτικό καθεστών στην Τεχεράνη και τη σουνιτική ηγεσία στη Σαουδική Αραβία συνδέει μια παλιά αντιπαλότητα, που έχει διεξαχθεί σε πολλούς πολέμους δι’ αντιπροσώπων στην περιοχή. Η Σαουδική Αραβία θεωρεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τον σκιώδη στρατό του από πιστούς Άραβες πολιτοφύλακες ως μεγάλη απειλή. Ταυτόχρονα όμως κυριαρχούσε πάντα μια δόση δυσπιστίας για το αν οι ΗΠΑ προσφέρουν επαρκή προστασία από επιθέσεις του Ιράν ή των υποστηρικτών του. Ως εκ τούτου, το Ριάντ προσπάθησε να εκτονώσει τις σχέσεις του με το Ιράν. Η δική του στάση απέναντι σε ένα αμερικανικό στρατιωτικό πλήγμα ήταν ομοίως διχασμένη. Από τη μια πλευρά, το Βασίλειο φοβόταν σκληρά αντίποινα. Από την άλλη, υπήρχε η ανησυχία ότι μια απουσία αμερικανικής επίθεσης θα μπορούσε να ενθαρρύνει και να ενισχύσει το Ιράν. Στο πλαίσιο των ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων, η Σαουδική Αραβία σκληραίνει τώρα τη στάση της απέναντι στην Τεχεράνη.
Κατάρ
Το μικρό, πάπλουτο Κατάρ αμύνεται σθεναρά κατά των ιρανικών αεροπορικών επιθέσεων. Ο στρατός κατέρριψε μάλιστα δύο ιρανικά βομβαρδιστικά. Και πολιτικά η ηγεσία του Εμιράτου σκληραίνει τη στάση της απέναντι στο καθεστώς στην Τεχεράνη. Το Κατάρ έχει μεν μια τεταμένη σχέση με το Ισραήλ, αλλά είναι ταυτόχρονα στενός εταίρος των ΗΠΑ, στην προστασία των οποίων βασίζεται. Από την κυβέρνηση Τραμπ, το Εμιράτο εκτιμήθηκε ως μεσολαβητής. Ήδη από τον προηγούμενο Πρόεδρο Τζο Μπάιντεν είχε συμπεριληφθεί στον κύκλο των σημαντικών συμμάχων εκτός ΝΑΤΟ. Από την άλλη πλευρά, το Κατάρ διατηρεί –σε αντίθεση με τους περισσότερους γείτονές του– λειτουργικές εργασιακές σχέσεις με το Ιράν. Και οι δύο χώρες εκμεταλλεύονται μαζί ένα κοίτασμα φυσικού αερίου στον Περσικό Κόλπο. Όμως η Ντόχα έχει πλέον καταστήσει σαφές ότι οι ιρανικές επιθέσεις θέτουν σε κίνδυνο «τα θεμέλια της συνεννόησης στα οποία βασίζονται οι διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών». Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε στο δίκτυο CNN ότι το Ιράν πρέπει να «πληρώσει ένα τίμημα».
Μπαχρέιν
Το μικρό νησιωτικό βασίλειο του Μπαχρέιν βασίζεται ιδιαίτερα στην προστασία των ισχυρών αδελφών κρατών του και των ΗΠΑ. Εδώ βρίσκεται η έδρα του 5ου αμερικανικού στόλου, ο οποίος έγινε ήδη στόχος ιρανικής επίθεσης. Το Μπαχρέιν περιγράφεται συχνά από το γειτονικό του κράτος, τη Σαουδική Αραβία, ως ένα είδος υποτελούς. Η ηγεσία στην πρωτεύουσα Μανάμα έχει επίσης προσχωρήσει στις «Συμφωνίες του Αβραάμ» και έχει έτσι δείξει ξεκάθαρα τη στάση της κατά του Ιράν. Η απειλή από το καθεστώς στην Τεχεράνη έχει στο Μπαχρέιν και μια έντονη εσωτερική πολιτική συνιστώσα. Ο κυρίαρχος οίκος είναι σουνιτικός, η πλειονότητα του πληθυσμού είναι σιιτική. Το Ιράν χρησιμοποιεί επανειλημμένα την απογοήτευση των σιιτών για τις διακρίσεις και τον αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης της ηγεσίας ως μοχλό για πολιτική υπονόμευση. Έτσι, το Μπαχρέιν περιγράφεται από διπλωμάτες ως ένα είδος «γραμματοκιβωτίου» (letterbox), στο οποίο η Σαουδική Αραβία, ο ισχυρός προστάτης, και το Ιράν ανταλλάσσουν μηνύματα.
Κουβέιτ
Η στενή εταιρική σχέση και η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας του Κουβέιτ με τις ΗΠΑ οφείλεται κυρίως στο ότι η Ουάσιγκτον απελευθέρωσε την πλούσια χώρα το 1991 από την κατοχή του ιρακινού καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Το Κουβέιτ θεωρείται σημαντικός κόμβος για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και θέματα εξωτερικής πολιτικής στα οποία οι ΗΠΑ και το Εμιράτο απέχουν πολύ μεταξύ τους. Το Κουβέιτ ακολουθεί μια απορριπτική πολιτική απέναντι στο Ισραήλ και τοποθετείται ως υποστηρικτής της παλαιστινιακής υπόθεσης. Έναντι του Ιράν, η ηγεσία του Κουβέιτ προσπάθησε να διατηρήσει σταθερές, λειτουργικές σχέσεις. Μετά τις ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις στα κράτη του Κόλπου, το Εμιράτο καταδίκασε την κίνηση της Τεχεράνης με τον πλέον έντονο τρόπο και συμπαρατάχθηκε με τα αραβικά αδελφά του κράτη.
Ομάν
Η ηγεσία του Ομάν ξεχώρισε μεταξύ των αραβικών κρατών του Κόλπου κυρίως για ένα πράγμα: Ο υπουργός Εξωτερικών Μπαντρ Μπιν Χαμάντ αλ Μπουσαϊντί εξέφρασε σφοδρή κριτική στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν. «Είμαι συγκλονισμένος», έγραψε στο Χ. «Οι ενεργές και σοβαρές διαπραγματεύσεις υπονομεύτηκαν εκ νέου». Απευθυνόμενος στις ΗΠΑ συνέχισε: «Αυτός δεν είναι δικός σας πόλεμος». Από αυτό διαφαινόταν η απογοήτευση μιας ηγεσίας που είχε δεσμευτεί ως μεσολαβητής μεταξύ της Τεχεράνης και της Ουάσιγκτον για μια διπλωματική λύση. Το Ομάν ασκούσε πάντα μια ουδέτερη και μετριοπαθή εξωτερική πολιτική, ακόμα και έναντι του Ιράν. Παρόλα αυτά, η χώρα έχει βρεθεί υπό ιρανικά πυρά. Η Τεχεράνη επιτέθηκε στο λιμάνι εμπορίου του Ντουκμ με drones. Ταυτόχρονα, ένα πετρελαιοφόρο δέχθηκε επίθεση στον Κόλπο του Ομάν. Η ηγεσία στην πρωτεύουσα Μουσκάτ καταδίκασε την επίθεση μεν έντονα, αλλά παρόλα αυτά έδειξε πρόθυμη να υποστηρίξει μια λύση μέσω διαπραγματεύσεων.