Η επόμενη μέρα του πολέμου μετά το ξεκλήρισμα της ιρανικής ηγεσίας – Τραμπ: “Δεν χρειαζόμαστε τη βοήθεια κανενός”

Με την ιρανική ηγεσία να χάνεται, τα πλέον πιθανά σενάρια για την επόμενη μέρα, γιατί η Τουρκία βρέθηκε εκτός και ο ρόλος της Ευρώπης

Ένας Ιρανός άνδρας κρατά μια φωτογραφία του νέου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης υποστήριξής του στην Τεχεράνη στις 9 Μαρτίου 2026 © EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Η κυβέρνηση Τραμπ εκτιμά ότι ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, την ώρα που η Τεχεράνη δηλώνει ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί με την Ουάσιγκτον και εμφανίζεται έτοιμη να αντέξει μια παρατεταμένη σύγκρουση.

Οι εξελίξεις ωστόσο τρέχουν. Ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ ανακοίνωσε ότι ο Αλί Λαριτζανί, επικεφαλής του ιρανικού Συμβουλίου Ασφαλείας και Νο.2 στο Ιράν, είναι νεκρός.

Ο Λαριτζανί είναι ή ήταν για πολλούς ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα στο Ιράν ακόμη και πριν από τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Και το Ισραήλ συνεχίζει απτόητο το ξεκλήρισμα της ιρανικής ηγεσίας, καθώς τα μαχητικά του πετούν ανενόχλητα πάνω από την ιρανική επικράτεια.

Νέο κάλεσμα Νετανιάχου

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε σήμερα ότι η «εξόντωση» του Αλί Λαριτζανί από το Ισραήλ δίνει στους Ιρανούς «την ευκαιρία να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους», καλώντας τους ευθέως να ξεσηκωθούν για να ανατρέψουν το καθεστώς.

Σε μια παράλληλη εξέλιξη της τελευταίας στιγμής, ο διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ ανακοίνωσε πριν λίγο την παραίτησή του μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δηλώνοντας ότι «δεν μπορώ με καθαρή συνείδηση να στηρίξω τον συνεχιζόμενο πόλεμο στο Ιράν».

Ο Τζόζεφ Κεντ είχε εγκριθεί από τη Γερουσία για τη θέση τον περασμένο Ιούλιο, ως επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Απευθυνόμενος στον Αμερικανό πρόεδρο στην επιστολή παραίτησής του, ανέφερε: «Το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή για τη χώρα μας και είναι σαφές ότι ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο λόγω πιέσεων από το Ισραήλ και το ισχυρό αμερικανικό λόμπι του».

Τραμπ: «Δεν χρειάζομαι τη βοήθεια κανενός»

Έξαλλος με τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ εμφανίζεται ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Λόγω της μεγάλης στρατιωτικής επιτυχίας που έχουμε επιτύχει, δεν «χρειαζόμαστε» πλέον, ούτε επιθυμούμε, τη βοήθεια των χωρών του ΝΑΤΟ, έγραψε ο Τραμπ σε πρόσφατη ανάρτησή του στο Truth Social.

Στο μεταξύ, η κρίση έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν ουσιαστικά κλειστά και τις τιμές του πετρελαίου να κινούνται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι.

Στενά του Ορμούζ © Χ.com

Δεκάδες ακινητοποιημένα δεξαμενόπλοια μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το καθεστώς του Ιράν © Χ.com

Αμερικανοί αξιωματούχοι προσπάθησαν να καθησυχάσουν τις αγορές, υποστηρίζοντας ότι η σύγκρουση μπορεί να λήξει σύντομα.

Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ δήλωσε ότι «η σύγκρουση θα φτάσει στο τέλος της μέσα στις επόμενες εβδομάδες – ίσως και νωρίτερα», εκτιμώντας ότι τότε θα υπάρξει αύξηση της προσφοράς ενέργειας και υποχώρηση των τιμών.

Δεν βιάζεται ο Τραμπ

Παράλληλα όμως, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται απρόθυμος να κλείσει άμεσα συμφωνία με την Τεχεράνη, θέτοντας τους δικούς του όρους και όχι αυτούς που θα βόλευαν το ιρανικό καθεστώς.

Η επόμενη μέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή δεν προδιαγράφεται ως το τέλος μιας σύγκρουσης, αλλά ως η αρχή μιας νέας και πιο σύνθετης περιόδου έντασης. Η αντιπαράθεση δεν εξελίσσεται με τους όρους ενός κλασικού πολέμου όπου η στρατιωτική υπεροχή μεταφράζεται εύκολα σε πολιτική επικράτηση. Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα κερδίσει στο πεδίο της μάχης, αλλά ποιος θα μπορέσει να αντέξει περισσότερο το κόστος της σύγκρουσης και τις συνέπειες που αυτή δημιουργεί σε ολόκληρη την περιοχή.

Η επόμενη ημέρα δεν θα είναι μια σαφής μετάβαση από τον πόλεμο στην ειρήνη. Πιθανότερο είναι να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο ασταθούς ισορροπίας, όπου η άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση ίσως περιοριστεί, αλλά η περιφερειακή αποσταθεροποίηση θα ενταθεί.

Τα μέτωπα πολλαπλασιάζονται

Στην πράξη, η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα αρχιτεκτονική κρίσης, όπου τα μέτωπα πολλαπλασιάζονται, οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται και οι μεγάλες δυνάμεις αναζητούν τρόπους να διαχειριστούν έναν πόλεμο που απειλεί να μετατραπεί σε διαρκή σύγκρουση χαμηλής ή μεσαίας έντασης.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει την παρούσα φάση ως μια ευκαιρία για στρατηγική αναδιάταξη του περιφερειακού συσχετισμού ισχύος. Στόχος του δεν είναι μόνο να πλήξει τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν αλλά κυρίως να περιορίσει την επιρροή του σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Η ισραηλινή στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι η Τεχεράνη χρησιμοποιεί ένα δίκτυο έμμεσων συμμάχων και παραστρατιωτικών οργανώσεων για να ασκεί πίεση στο Ισραήλ χωρίς να εμπλέκεται άμεσα σε πόλεμο μεγάλης κλίμακας. Η αποδυνάμωση αυτού του δικτύου θεωρείται κρίσιμη προϋπόθεση για μια πιο ασφαλή ισραηλινή θέση στην περιοχή.

Για την Ουάσιγκτον το ζήτημα είναι περισσότερο σύνθετο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική υπεροχή. ‘Ομως η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών έχει δείξει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτική αλλαγή. Η προοπτική κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος μέσω στρατιωτικής πίεσης παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη.

Η Τεχεράνη έχει δείξει ότι μπορεί να απαντά με ασύμμετρο τρόπο, μεταφέροντας την ένταση σε διαφορετικά μέτωπα και αξιοποιώντας συμμάχους και δίκτυα επιρροής σε πολλές χώρες της περιοχής.

Τεχεράνη: Διάχυση της κρίσης σε πολλαπλά μέτωπα

Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική της Τεχεράνης δεν βασίζεται στην άμεση αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες -ή το Ισραήλ- σε επίπεδο συμβατικού πολέμου. Αντίθετα, επιδιώκει να διαχέει την κρίση σε πολλαπλά μέτωπα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου κανένας αντίπαλος δεν μπορεί να επιτύχει μια καθαρή και γρήγορη νίκη.

Η λογική αυτή επιτρέπει στο Ιράν να αντέχει την πίεση, ακόμη και αν υφίσταται σοβαρά πλήγματα. Η επιβίωση του καθεστώτος και η διατήρηση της περιφερειακής του επιρροής αποτελούν τις βασικές του επιδιώξεις.

Η αμερικανική πολιτική επηρεάζεται έντονα και από τον εσωτερικό πολιτικό παράγοντα. Η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ έχει επαναφέρει στο προσκήνιο την ιδέα μιας σκληρότερης στάσης απέναντι στο Ιράν, με απειλές για ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική πίεση αν η Τεχεράνη συνεχίσει να αμφισβητεί την αμερικανική παρουσία στην περιοχή.

Για τον Τραμπ, μια εξέλιξη που θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία θα ήταν μια συμφωνία που θα περιόριζε δραστικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, θα μείωνε την περιφερειακή του επιρροή και θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα αμερικανικής ισχύος και αποφασιστικότητας. Παράλληλα, μια τέτοια εξέλιξη θα του επέτρεπε να εμφανιστεί στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών ως ο ηγέτης που επέβαλε όρους σε έναν από τους βασικούς αντιπάλους της αμερικανικής στρατηγικής.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η επίτευξη ενός τέτοιου στόχου είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η Τεχεράνη δεν δείχνει πρόθυμη να εγκαταλείψει τα βασικά εργαλεία ισχύος που διαθέτει, ενώ γνωρίζει ότι η πλήρης στρατιωτική της ήττα είναι απίθανη χωρίς μια μαζική χερσαία επέμβαση, κάτι που ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε το Ισραήλ φαίνεται να επιθυμούν. Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση που παραμένει ανοιχτή και απρόβλεπτη.

Η ηχηρή απουσία της Τουρκίας

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται και μια άλλη σημαντική παράμετρος: η απουσία της Τουρκίας από τον κεντρικό σχεδιασμό των εξελίξεων. Παρά τον ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει ως περιφερειακή δύναμη, η Άγκυρα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των στρατηγικών επιλογών ούτε της Ουάσιγκτον ούτε του Τελ Αβίβ.

Οι σχέσεις της με το Ισραήλ παραμένουν περίπλοκες, ενώ οι ισορροπίες της με το Ιράν δεν επιτρέπουν μια σαφή τοποθέτηση. Έτσι, η Τουρκία φαίνεται να κινείται περισσότερο ως παρατηρητής που προσπαθεί να διατηρήσει περιθώρια ελιγμών, παρά ως καθοριστικός παράγοντας των εξελίξεων.

Δεν είναι τυχαίο πάντως που η Τουρκία έχει μεταβληθεί ως εύκολος στόχος τουλάχιστον τριών ιρανικών πυραύλων μέσα σε λίγες μέρες, που έπεσαν σε τουρκικές-νατοϊκές βάσεις.

iranian-ballistic-missile

Εκτόξευση ιρανικού βαλλιστικού πυραύλου © Χ.com

Το πιο πρόσφατο συμβάν στις 13 Μαρτίου καταγράφεται ως η τρίτη απόπειρα επίθεσης που συνδέεται με βαλλιστικό πύραυλο προς την Τουρκία μέσα σε διάστημα δέκα ημερών.

Στις 4 Μαρτίου, ο πρώτος πύραυλος που εκτοξεύτηκε από το Ιράν καταστράφηκε από δυνάμεις του ΝΑΤΟ πάνω από την επαρχία της Αντιόχειας. Στις 9 Μαρτίου, αμερικανικά αντιτορπιλικά που βρίσκονταν στην ανατολική Μεσόγειο αναχαίτισαν δεύτερο ιρανικό πύραυλο που κατευθυνόταν στην Τουρκία, με τη χρήση πυραύλων τύπου SM-3.

Και στις τρεις περιπτώσεις οι τουρκικές δυνάμεις στάθηκαν ανίκανες να αναχαιτίσουν μόνες τους την απειλή και εξακολουθούν να βασίζονται σε νατοϊκά αντιαεροπορικά συστήματα, κυρίως Patriot, αυτά που δεν αγόρασε ο Ερντογάν για να προτιμήσει το ρωσικό σύστημα S-400.

patriot-turkey

Συστοιχία νατοϊκών αντιαεροπορικών-αντιβαλλιστικών εκτοξευτών πυραύλων Patriot στην Τουρκία © DoD photo by Glenn Fawcett/Released

Η επόμενη ημέρα της σύγκρουσης μπορεί να εξελιχθεί σε διάφορα σενάρια, όμως τα περισσότερα από αυτά έχουν κοινό παρονομαστή την παρατεταμένη αστάθεια. Ένα πιθανό ενδεχόμενο είναι η σταδιακή αποκλιμάκωση της άμεσης στρατιωτικής έντασης, χωρίς όμως να εξαφανιστούν οι συγκρούσεις μέσω τρίτων δυνάμεων.

Ένα άλλο σενάριο προβλέπει μια διαρκή κατάσταση κρίσης, όπου μικρές ή μεγαλύτερες συγκρούσεις θα επανεμφανίζονται περιοδικά, διατηρώντας την περιοχή σε μόνιμη ένταση. Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης περιφερειακής κλιμάκωσης αν κάποιο επεισόδιο ξεφύγει από τον έλεγχο.

Ο ρόλος της Χεζμπολάχ στο Λίβανο

Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας που επηρεάζει τις ισορροπίες είναι η Χεζμπολάχ και ο ρόλος του Λιβάνου ως προέκταση της ιρανικής στρατηγικής στη Μεσόγειο. Για την Τεχεράνη, η Χεζμπολάχ αποτελεί το πιο ισχυρό και αξιόπιστο εργαλείο αποτροπής απέναντι στο Ισραήλ.

Η οργάνωση έχει οικοδομηθεί επί δεκαετίες με ιρανική χρηματοδότηση, εκπαίδευση και τεχνογνωσία, μετατρέποντας τον νότιο Λίβανο σε ένα από τα σημαντικότερα προωθημένα μέτωπα πίεσης προς το Ισραήλ. Στην παρούσα σύγκρουση, η σημασία της συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο και την αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν.

Εάν η ένταση μεταφερθεί πλήρως σε αυτό το μέτωπο, η Τεχεράνη μπορεί να χρησιμοποιήσει τη Χεζμπολάχ για να ανοίξει ένα δεύτερο και ιδιαίτερα επικίνδυνο μέτωπο απέναντι στο Ισραήλ, αναγκάζοντάς το να διασπάσει τις στρατιωτικές του δυνατότητες και να διαχειριστεί ταυτόχρονα πολλαπλές απειλές.

Η οργάνωση διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα οπλοστάσια μη κρατικών δυνάμεων στον κόσμο, με χιλιάδες ρουκέτες και πυραύλους διαφόρων βεληνεκών, αρκετοί από τους οποίους μπορούν να πλήξουν βαθιά μέσα στην ισραηλινή επικράτεια.

hezbollah

Eκτοξευτής πυραύλων της Χεζμπολάχ © Χ.com

Αυτή η δυνατότητα την καθιστά κρίσιμο παράγοντα στην εξίσωση της αποτροπής, καθώς ακόμη και περιορισμένες επιθέσεις μπορούν να δημιουργήσουν σημαντική πίεση στο ισραηλινό αμυντικό σύστημα και στην εσωτερική ασφάλεια.

Παράλληλα, η Χεζμπολάχ λειτουργεί και ως στρατηγικό μήνυμα της Τεχεράνης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες: οποιαδήποτε προσπάθεια να εξουδετερωθεί το Ιράν στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να προκαλέσει μια ευρύτερη ανάφλεξη που θα φτάσει μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, η πραγματική έκταση της εμπλοκής της εξαρτάται από δύο κρίσιμους παράγοντες. Ο πρώτος είναι το πόσο μεγάλο μέρος του οπλοστασίου της παραμένει επιχειρησιακά διαθέσιμο μετά από χρόνια εντάσεων και συγκρούσεων στην περιοχή.

Ο δεύτερος είναι ο βαθμός στον οποίο η ηγεσία της οργάνωσης θα θεωρήσει ότι η πλήρης εμπλοκή εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Ιράν χωρίς να οδηγήσει σε ολοκληρωτική καταστροφή τον ίδιο τον Λίβανο. Αν διατηρεί ακόμη σημαντική ισχύ πυρός, η Χεζμπολάχ μπορεί να κλιμακώσει την πίεση με επιθέσεις μεγάλης ισχύος, να στοχεύσει κρίσιμες ισραηλινές υποδομές και να μετατρέψει τη σύγκρουση σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο.

Αντίθετα, μια πιο περιορισμένη εμπλοκή θα λειτουργούσε κυρίως ως μοχλός αποτροπής και διαπραγματευτικής πίεσης, κρατώντας ανοιχτή την απειλή ενός δεύτερου μετώπου χωρίς να πυροδοτήσει άμεσα μια ολοκληρωτική σύγκρουση.

Δύσκολη εξίσωση

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι καμία πλευρά δεν μπαίνει στην επόμενη ημέρα με εξασφαλισμένη επιτυχία. Η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ είναι δεδομένη, αλλά δεν εγγυάται πολιτική ή στρατιωτική λύση. Από την άλλη πλευρά, το Ιράν μπορεί να αντέχει την πίεση, αλλά το κόστος για την οικονομία και την κοινωνία του παραμένει βαρύ.

Σε αυτή τη δύσκολη εξίσωση η Ευρώπη εμφανίζεται να έχει περιορισμένο αλλά όχι αμελητέο ρόλο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει την στρατιωτική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών, ωστόσο έχει σημαντικά διπλωματικά και οικονομικά εργαλεία.

Η σταθερότητα της Μέσης Ανατολής επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια, είτε μέσω της ενεργειακής αγοράς είτε μέσω των μεταναστευτικών πιέσεων. Για τον λόγο αυτό η Ευρώπη επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλες τις πλευρές, επιδιώκοντας μια πολιτική λύση που θα αποτρέψει την πλήρη αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Το ερώτημα είναι αν η ευρωπαϊκή διπλωματία θα μπορέσει να επηρεάσει πραγματικά τις εξελίξεις ή αν θα περιοριστεί σε ρόλο διαμεσολαβητή χωρίς ουσιαστική ισχύ.

Σε έναν πόλεμο όπου η στρατιωτική ισχύς συνδυάζεται με γεωπολιτικά παιχνίδια αντοχής, η επόμενη ημέρα θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις μάχες που θα δοθούν, αλλά κυρίως από την ικανότητα των δυνάμεων να διαχειριστούν το βάρος μιας σύγκρουσης που απειλεί να διαρκέσει πολύ περισσότερο από όσο αρχικά υπολογιζόταν.