Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθάρισε σε πρόσφατη δήλωσή του ότι «δεν πιστεύει» πως το Ισραήλ θα χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα στη σύγκρουσή του με το Ιράν, απαντώντας σε ανησυχίες που έχουν διατυπωθεί στο διεθνές περιβάλλον για πιθανή κλιμάκωση στην ευρύτερη περιοχή.
Η τοποθέτηση έγινε σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, όπου ο Τραμπ τόνισε κατηγορηματικά ότι η ισραηλινή κυβέρνηση δεν θα καταφύγει σε μια τέτοια ενέργεια: «Το Ισραήλ δεν θα το κάνει αυτό. Το Ισραήλ ποτέ δεν θα το έκανε», είπε χαρακτηριστικά.
Η δήλωση αυτή έρχεται σε μια περίοδο που οι εντάσεις μεταξύ Ισραήλ και Ιράν έχουν φτάσει σε υψηλό επίπεδο, με ένα φόντο πολεμικών επιχειρήσεων και έντονων στρατιωτικών κινήσεων σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, σε συνεντεύξεις και δημόσιες συζητήσεις έχει υπάρξει σενάριο περί ανησυχίας για πιθανή «εσκεμμένη κλιμάκωση» από πλευράς Ισραήλ, με ορισμένους σχολιαστές, όπως ο David Sacks, να υποστηρίζουν ότι υπάρχει η ανησυχία για το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικού όπλου ως μέσο κλιμάκωσης του πολέμου.
Η θέση του Τραμπ ότι οι στρατιωτικοί στόχοι του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή είναι κατά βάση ευθυγραμμισμένοι — ακόμη και αν οι στρατηγικοί στόχοι δεν συμπίπτουν πλήρως — αντικατοπτρίζει την προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι οι σύμμαχοι δεν θα προχωρήσουν σε άμεσες ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ακόμα μεγαλύτερη αστάθεια.
Ο πυρηνικός κίνδυνος στον Περσικό
Το Ισραήλ πιστεύεται ευρέως ότι διαθέτει πυρηνικά όπλα, αν και ποτέ δεν έχει επιβεβαιώσει επισήμως τον αριθμό ή την παρουσία τους, διατηρώντας επί δεκαετίες μια πολιτική στρατιωτικής «θολότητας» γύρω από το οπλοστάσιό του.
Η πολιτική αυτή — κατά την οποία μια χώρα δεν επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει αν διαθέτει πυρηνικά όπλα — θεωρείται στρατηγικό στοιχείο αποτροπής στην περιοχή, ιδίως σε σχέση με το Ιράν, που θεωρείται από το Ισραήλ ως πρωταρχική απειλή για την ασφάλειά του λόγω του πυρηνικού του προγράμματος και της στοχοποίησης του Ισραήλ από το καθεστώς της Τεχεράνης.
Αντιθέτως ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει για την «επικείμενη» ιρανική πυρηνική απειλή, εκφράζοντας φόβους ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να αποκτήσει πυρηνική ικανότητα αν δεν σταματούσε το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου.
Στρατηγική απειλή
Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, ο Νετανιάχου έχει υποστηρίξει ότι η Τεχεράνη εργάζεται για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων και ότι αυτό αποτελεί στρατηγική απειλή για το Ισραήλ και τη συνολική ασφάλεια της περιοχής.
Παρά τις πληροφορίες και τις συζητήσεις για το πώς θα μπορούσε να απαντήσει το Ισραήλ σε μια τέτοια απειλή, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το Τελ Αβίβ έχει σχεδιάσει ή σχεδιάζει ενεργές επιλογές για χρήση πυρηνικών όπλων. Αντιθέτως, η επίσημη θέση του Τραμπ υπογραμμίζει ότι μια τέτοια ενέργεια είναι έξω από το πλαίσιο λειτουργίας του ισραηλινού κράτους, το οποίο — όπως τόνισε — δεν θα προχωρούσε σε χρήση πυρηνικών εν μέσω του πολέμου.
Παρόλο που η σύγκρουση έχει οδηγήσει σε ευρεία στρατιωτική δράση, συμπεριλαμβανομένων στοχευμένων αεροπορικών πληγμάτων από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ κατά ιρανικών στρατιωτικών και πυρηνικών εγκαταστάσεων — με περίπου 200 ισραηλινά μαχητικά να συμμετέχουν σε εκτεταμένες επιχειρήσεις — οι κινήσεις αυτές ήταν συμβατικές [προληπτικές πυραυλικές και αεροπορικές επιθέσεις] και όχι πυρηνικές, στόχος των οποίων ήταν να υποβαθμίσουν την ικανότητα της Τεχεράνης να εμπλουτίζει ουράνιο για στρατιωτική χρήση.
Η σημασία της αποτροπής για το Ισραήλ
Η πυρηνική αποτροπή — η ιδέα ότι η κατοχή αλλά και η πιθανή χρήση πυρηνικών όπλων λειτουργεί ως παράγοντας που αποτρέπει έναν αντίπαλο από επιθετικές ενέργειες — παραμένει κεντρική στην ισραηλινή στρατηγική.
Το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν έχει ποτέ επικυρώσει ότι διαθέτει πυρηνικά, ούτε έχει υπογράψει τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων, έχει δημιουργήσει ένα διφορούμενο πλαίσιο, όπου οι δυνατότητες αποτροπής είναι γνωστές αλλά όχι επισήμως επιβεβαιωμένες.
Ακόμη κι έτσι, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η πιθανότητα πυρηνικής επιλογής από το Ισραήλ σε αυτή τη φάση φαίνεται απίθανη, ειδικά δεδομένης της πρόσφατης δήλωσης του Τραμπ.
Το Ισραήλ, που αντιμετωπίζει άμεσες στρατιωτικές και διπλωματικές προκλήσεις, συνεχίζει να στηρίζει στρατηγικές επιλογές που στοχεύουν στην ασφάλεια και την πρόληψη, χωρίς να μεταφέρει τη σύγκρουση σε επίπεδο πυρηνικών όπλων.