Οι σχέσεις μεταξύ Ουκρανίας και Ουγγαρίας περνούν ίσως τη δυσκολότερη περίοδο των τελευταίων ετών, καθώς πολιτικές αντιπαραθέσεις, ενεργειακές διαφωνίες και αμφιλεγόμενες νομικές κινήσεις επιδεινώνουν το ήδη τεταμένο κλίμα.
Με τη Βουδαπέστη να εισέρχεται στον τελευταίο μήνα της προεκλογικής περιόδου ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Απριλίου, η αντιπαράθεση με το Κίεβο έχει μετατραπεί σε κεντρικό θέμα της πολιτικής συζήτησης.
Σκληρή ρητορική απέναντι στην Ουκρανία
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν και το κυβερνών κόμμα Fidesz έχουν υιοθετήσει σκληρή ρητορική απέναντι στην Ουκρανία, παρουσιάζοντας τη χώρα ως πιθανό παράγοντα αποσταθεροποίησης.
Σε δηλώσεις τους, αξιωματούχοι της ουγγρικής κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι το Κίεβο θα μπορούσε ακόμη και να επιχειρήσει παρέμβαση στις ουγγρικές εκλογές ή να ασκήσει πίεση μέσω ενεργειακών μοχλών.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει κατηγορήσει ανοιχτά τον Όρμπαν ότι στην πράξη λειτουργεί ως πολιτικός σύμμαχος της Ρωσίας. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, ο Ούγγρος πρωθυπουργός στηρίζει τη Μόσχα «με κάθε τρόπο που διαθέτει», εκτός από το να προχωρήσει σε άμεσες στρατιωτικές επιθέσεις με πυραύλους ή drones.
Η ένταση εντείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η Βουδαπέστη συνεχίζει να μπλοκάρει κρίσιμες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χρηματοδότηση και τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία.
Το επεισόδιο που προκάλεσε κρίση
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ένα επεισόδιο που προκάλεσε διπλωματική θύελλα στις αρχές Μαρτίου. Στις 5 Μαρτίου, ουγγρικές ειδικές δυνάμεις σταμάτησαν δύο θωρακισμένα φορτηγά ασφαλείας που ανήκαν στην ουκρανική κρατική τράπεζα Oschadbank. Τα οχήματα μετέφεραν μετρητά και χρυσό από τη Βιέννη προς την Ουκρανία μέσω ουγγρικού εδάφους. Κατά την επιχείρηση συνελήφθησαν προσωρινά επτά Ουκρανοί πολίτες.
Οι ουγγρικές αρχές υποστήριξαν ότι η επέμβαση έγινε στο πλαίσιο έρευνας για πιθανή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η ουκρανική πλευρά όμως αντέδρασε έντονα, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για μια νόμιμη και τακτική μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ τραπεζικών συνεργατών. Ο πρόεδρος Ζελένσκι κατηγόρησε μάλιστα ευθέως την ουγγρική κυβέρνηση για «ληστεία».
Παρότι οι επτά Ουκρανοί αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι και απελάθηκαν, το φορτίο των δύο οχημάτων δεν έχει επιστραφεί. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, περιλάμβανε περίπου 70 εκατομμύρια ευρώ σε χαρτονομίσματα ευρώ και δολαρίων καθώς και περίπου 9 κιλά χρυσού. Με κυβερνητικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 9 Μαρτίου, οι ουγγρικές αρχές διέταξαν τη φύλαξη των χρημάτων και του χρυσού για τουλάχιστον δύο μήνες προκειμένου να διερευνηθεί η προέλευση και ο προορισμός τους.
Την επόμενη ημέρα το ουγγρικό κοινοβούλιο, όπου το κόμμα Fidesz διαθέτει ισχυρή πλειοψηφία, ψήφισε νόμο που ουσιαστικά ενισχύει αυτή την απόφαση. Ωστόσο, η νομιμότητα της κατάσχεσης έχει αμφισβητηθεί έντονα από νομικούς και ειδικούς.
Ο Μίκλος Λίγκετι, επικεφαλής νομικών υποθέσεων στο ουγγρικό τμήμα της μη κυβερνητικής οργάνωσης κατά της διαφθοράς Transparency International, δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί περί ξεπλύματος χρήματος δεν φαίνονται πειστικοί. Όπως σημείωσε, σε πραγματικές υποθέσεις νομιμοποίησης παράνομων εσόδων συνήθως εντοπίζονται περίπλοκες αλυσίδες συναλλαγών που έχουν στόχο να κρύψουν την προέλευση των χρημάτων — κάτι που, όπως είπε, δεν φαίνεται να συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Άλλοι νομικοί εκτιμούν ότι η ουγγρική κυβέρνηση προσπαθεί να δημιουργήσει εκ των υστέρων νομική βάση για την ενέργειά της. Η Γιούλια Πότσε, ερευνήτρια στο Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής στις Βρυξέλλες, υποστηρίζει ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να θεσπίζει νόμους αναδρομικά για να νομιμοποιήσει μια κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων. Κατά την ίδια, μια τέτοια πρακτική παραβιάζει βασικές αρχές του κράτους δικαίου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρακολουθεί την υπόθεση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει λάβει σαφή θέση, δηλώνοντας ότι εξετάζει προσεκτικά τις εξελίξεις.
Ενεργειακή αντιπαράθεση
Στο παρασκήνιο της κρίσης βρίσκεται και η ενεργειακή αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών. Οι μεταφορές ρωσικού πετρελαίου προς την Ουγγαρία μέσω του αγωγού Ντρούζμπα έχουν διακοπεί από τα τέλη Ιανουαρίου, όταν ρωσική επίθεση προκάλεσε ζημιές στις υποδομές. Η ουγγρική κυβέρνηση κατηγορεί το Κίεβο ότι δεν επισκευάζει τον αγωγό και χρησιμοποιεί το ζήτημα ως μέσο πολιτικής πίεσης.
Ο υπουργός Μεταφορών της Ουγγαρίας Γιάνος Λάζαρ άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι η κατάσχεση των ουκρανικών περιουσιακών στοιχείων συνδέεται με αυτή τη διαμάχη, δηλώνοντας ότι οι κινήσεις της Βουδαπέστης δεν ήταν ανεξάρτητες από το κλείσιμο του αγωγού.
Η ουκρανική πλευρά, από την άλλη, υποστηρίζει ότι οι καθυστερήσεις στις επισκευές οφείλονται στον συνεχιζόμενο πόλεμο και ότι οποιαδήποτε πλήρης αποκατάσταση των υποδομών θα μπορούσε να γίνει μόνο σε συνθήκες εκεχειρίας.
Η Ουκρανία ως απειλή
Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές στην Ουγγαρία, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η κυβέρνηση Όρμπαν επιχειρεί να παρουσιάσει την Ουκρανία ως απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, επιδιώκοντας πολιτικά οφέλη στο εσωτερικό.
Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι το κυβερνών κόμμα αντιμετωπίζει αυξημένη πίεση, η σύγκρουση με το Κίεβο φαίνεται να μετατρέπεται σε κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής στρατηγικής.
Το αποτέλεσμα είναι μια ολοένα πιο έντονη διπλωματική κρίση, η οποία απειλεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις ήδη εύθραυστες σχέσεις μεταξύ δύο χωρών που βρίσκονται στην καρδιά της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.