Η αυξανόμενη ένταση γύρω από τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ φαίνεται να φέρνει στην επιφάνεια ένα σοβαρό πρόβλημα στην αμερικανική πολιτική: την απουσία μιας ξεκάθαρης στρατηγικής για το Ιράν στον Λευκό Οίκο.
Οι πρόσφατες απειλές του προέδρου Τραμπ προς τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, με τις οποίες ζητά τη συμμετοχή τους σε ναυτικές επιχειρήσεις στην περιοχή, έχουν προκαλέσει ερωτήματα για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον είχε προετοιμαστεί για την αντίδραση της Τεχεράνης μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Το Σάββατο ο Τραμπ ζήτησε από χώρες όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία, ακόμη και η Κίνα, να συμμετάσχουν σε αποστολή συνοδείας πετρελαιοφόρων στα Στενά του Ορμούζ, προκειμένου να αποκατασταθεί η ασφαλής διέλευση των εμπορικών πλοίων.
Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε από πολλούς αναλυτές ένδειξη ότι ο Λευκός Οίκος δεν είχε πλήρως υπολογίσει τις πιθανές συνέπειες της επίθεσης κατά του Ιράν που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Για την Τεχεράνη, οι επιλογές άμεσης στρατιωτικής απάντησης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν περιορισμένες. Ωστόσο, η στόχευση αμερικανικών βάσεων, συμμάχων των ΗΠΑ και κυρίως της εμπορικής ναυτιλίας στον Περσικό Κόλπο αποτελούσε έναν σχετικά εύκολο τρόπο επιβολής κόστους στη Δύση.
To Iράν είχε προετοιμαστεί
Ήδη πριν από την έναρξη των συγκρούσεων, το ιρανικό καθεστώς φέρεται να προετοιμαζόταν για μια μακρά περίοδο αντιπαράθεσης.
Ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ είχε ζητήσει από τους στενούς συνεργάτες του να καταρτίσουν πολλαπλά σενάρια διαδοχής, προβλέποντας το ενδεχόμενο να σκοτωθεί ο ίδιος ή άλλα κορυφαία στελέχη της ιρανικής ηγεσίας σε ενδεχόμενες επιθέσεις.
Κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο εβδομάδων της αεροπορικής εκστρατείας, οι αμερικανικές δυνάμεις επικεντρώθηκαν κυρίως σε στόχους του ιρανικού ναυτικού και σε εγκαταστάσεις πυραύλων. Παρά τα πλήγματα αυτά, η απειλή για τα εμπορικά πλοία στον Κόλπο δεν εξαλείφθηκε.
Οι επιθέσεις στα εμπορικά πλοία
Σύμφωνα με στοιχεία της ναυτιλιακής επιθεώρησης Lloyd’s List, τουλάχιστον 16 εμπορικά πλοία έχουν δεχθεί επιθέσεις μέχρι στιγμής, γεγονός που έχει οδηγήσει πολλές ναυτιλιακές εταιρείες στο να αποφεύγουν τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή έχει ήδη προκαλέσει σφοδρές αναταράξεις στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Μόλις πριν από δέκα ημέρες, ο Τραμπ είχε καλέσει δημόσια τους ιδιοκτήτες πετρελαιοφόρων να συνεχίσουν τις διελεύσεις, ζητώντας τους να επιδείξουν «θάρρος». Την ίδια στιγμή όμως, το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό δεν είχε αναλάβει συστηματικές αποστολές συνοδείας των πλοίων, καθώς δεν ήταν προετοιμασμένο για κάτι τέτοιο, ενώ είναι αμφίβολο αν θα καταφέρει να το πράξει και μάλιστα με επιτυχία, καθώς η κίνηση θα προσφέρει περισσότερους ελκυστικούς στόχους στους Ιρανούς.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι οι αμερικανικές δυνάμεις επιχειρούν κυρίως από μεγάλη απόσταση, δηλαδή με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια για να περιορίσουν τις απώλειές τους.
Οι ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων μπορούν να πλήττουν στόχους στο Ιράν από θέσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων μακριά, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο για τα ίδια τα αμερικανικά πλοία, αλλά δεν προστατεύει τα εμπορικά σκάφη που κινούνται στην περιοχή.
Ασύμμετρες επιλογές για την Τεχεράνη
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, διαθέτει ένα ευρύ φάσμα ασύμμετρων επιλογών για να πλήξει τη ναυσιπλοΐα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ταχύπλοα σκάφη των Φρουρών της Επανάστασης, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αλλά και χιλιάδες θαλάσσιες νάρκες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον αποκλεισμό του περάσματος.
Παρ’ όλα αυτά, τα πιο αποτελεσματικά μέσα φαίνεται να είναι τα θαλάσσια drones – μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας που μοιάζουν με μικρά ταχύπλοα. Τέτοιες επιθέσεις θεωρείται ότι ευθύνονται για ορισμένα από τα πρόσφατα περιστατικά εναντίον εμπορικών πλοίων.
Αδύνατη η προστασία των τάνκερ
Η δημιουργία μιας αποτελεσματικής επιχείρησης συνοδείας δεξαμενόπλοιων θα απαιτούσε σημαντικές ναυτικές δυνάμεις. Σύμφωνα με ειδικούς της ναυτιλιακής ασφάλειας, θα χρειάζονταν τουλάχιστον οκτώ έως δέκα αντιτορπιλικά για να προστατεύουν μικρό αριθμό πλοίων κάθε φορά – και ακόμη και τότε θα μπορούσε να διασφαλιστεί μόνο ένα μικρό ποσοστό της προπολεμικής εμπορικής κίνησης.
Την ίδια στιγμή, η ανταπόκριση των συμμάχων της Ουάσιγκτον στο αίτημα του Τραμπ παραμένει περιορισμένη. Η Ιαπωνία δήλωσε ότι δεν έχει λάβει επίσημο αίτημα συμμετοχής, ενώ η Κίνα δεν έχει δώσει καμία απάντηση μέχρι στιγμής.
Εσωτερική πίεση στο ΝΑΤΟ
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επιχειρήσει να αυξήσει την πίεση, προειδοποιώντας ότι οι χώρες του ΝΑΤΟ θα πρέπει να αισθάνονται υποχρεωμένες να συνεισφέρουν στην αποστολή. Μάλιστα, σε συνέντευξή του άφησε να εννοηθεί ότι μια αρνητική στάση από τους συμμάχους θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για το μέλλον της συμμαχίας.
Η δήλωση αυτή προκάλεσε απορία σε πολλούς διπλωμάτες, καθώς το ΝΑΤΟ είναι στρατιωτική συμμαχία που καλύπτει κυρίως την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική και όχι επιχειρήσεις στον Περσικό Κόλπο.
Ορισμένες χώρες έχουν ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν σκοπεύουν να εμπλακούν άμεσα. Η Γαλλία, αν και έχει αναπτύξει πολεμικά πλοία στην ανατολική Μεσόγειο, δήλωσε ότι δεν θα τα στείλει στα Στενά του Ορμούζ όσο συνεχίζονται οι πιο έντονες πολεμικές επιχειρήσεις.
Η Βρετανία δυσκολεύεται
Η Βρετανία αντιμετωπίζει επίσης δυσκολίες στην προετοιμασία ναυτικής παρουσίας στην περιοχή, καθώς αναγκάστηκε να επισπεύσει την αποστολή του αντιτορπιλικού HMS Dragon από ναυπηγείο όπου πραγματοποιούνταν εργασίες συντήρησης.
Συνολικά, οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι η σύγκρουση με το Ιράν εξελίσσεται με τρόπους που ίσως δεν είχαν πλήρως προβλεφθεί στην Ουάσιγκτον.
Και καθώς η κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ συνεχίζεται, γίνεται ολοένα πιο εμφανές ότι η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί για να διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική στην περιοχή.