Η αρνητική επίδραση του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν και του ελέγχου που ασκούν οι Φρουροί της Επανάστασης στα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας παραγωγής του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) γίνεται πια ορατή στην πραγματική οικονομία. Οι πολύπλευρες συνέπειες από την άνοδο των τιμών στην ενέργεια από 40% έως 50% αγγίζουν κάθε πτυχή της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στην Ευρώπη βαραίνουν μια ήδη αναιμική ανάπτυξη ενώ η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ κινδυνεύει να δεχτεί μέγιστο πολιτικό πλήγμα από την κατακόρυφη άνοδο των τιμών καυσίμων στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης ανακαλύπτουν πως μπορούν να κρατήσουν σε ομηρία την παγκόσμια οικονομία με το κλείσιμο μιας από τους σπουδαιότερες αρτηρίες στο παγκόσμιο εμπόριο, αλλά και πυρπολώντας τις ενεργειακές εγκαταστάσεις των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου. Έτσι περιορίζονται οι άμεσες ροές πετρελαίου και LNG στις ασιατικές οικονομίες και προκαλείται ασφυξία στην παγκόσμια προσφορά των ορυκτών καυσίμων. Σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), η παγκόσμια οικονομία αναμένονταν να παρουσιάσει ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως του 3,3% το 2026. Ωστόσο, ο Σάμι Καρ, επικεφαλής οικονομολόγος της Lombard Odier, δηλώνει στην Les Echos ότι ο κίνδυνος μιας διεθνούς ύφεσης έχει αυξηθεί κατά 30%, με το ποσοστό να αυξάνεται όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά.
Ο κίνδυνος ύφεσης αυξάνεται 30% από την έναρξη του πολέμου
Οι κυβερνήσεις της Ε.Ε εξετάζουν συντονισμένες παρεμβάσεις για να συγκρατηθεί το κόστος ενέργειας, ενώ η Ελλάδα ήδη επέβαλε πλαφόν στα περιθώρια κέρδους για καύσιμα και βασικά προϊόντα στα σούπερ μάρκετ για το επόμενο τρίμηνο. Είναι μια ατυχής συγκυρία για τις βιομηχανίες στην Ευρωζώνη καθώς μόλις είχαν αρχίσει να «συνέρχονται» από τις αλυσιδωτές αντιδράσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και να προσαρμόζονται στη δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είχε ξεκινήσει να μειώνει τα επιτόκια της μετά από την επώδυνη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής που, όμως, ήταν υποχρεωτική για να δαμαστεί ο πληθωρισμός από την προηγούμενη ενεργειακή κρίση. Μια τετραετία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την κατάρρευση της συνεργασίας των κρατών-μελών με την Gazprom, η μεταποιητική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη κατάφερε να παρουσιάσει μια αισθητή βελτίωση τον Φεβρουάριο του 2026. Μόνο που η έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο αναμένεται να ανατρέψει τα δεδομένα. Το ΔΝΤ προέβλεπε ότι η οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη θα ενισχύονταν κατά 1,3% μέσα στο 2026.
Απευθυνόμενος στην Les Echos, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου ΑΧΑ, Ζυλ Μοέκ, θεωρεί πως η φετινή αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωζώνης περιορίζεται ήδη στο 1,2% όσο ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν βρίσκεται στην τρίτη εβδομάδα. Εάν, μάλιστα, οι τιμές του πετρελαίου παγιωθούν στα 100 δολάρια το βαρέλι μέσα στο 2026 τότε μπορεί να μειωθεί περαιτέρω το ΑΕΠ κατά μισή ποσοστιαία μονάδα. Οικονομολόγοι της UBS συμμερίζονται αυτήν την εκτίμηση, ενώ το κέντρο ερευνών Chatham House θεωρεί ότι η Ευρωζώνη θα συρρικνωθεί το β’ τρίμηνο και μετά η ανάπτυξη θα παραμείνει στάσιμη εάν το κόστος του πετρελαίου φτάσει τα 130 δολάρια το βαρέλι για αρκετούς μήνες ακόμη.
Σενάρια για αύξηση των επιτοκίων από ΕΚΤ τον Ιούλιο
Η ΕΚΤ, όπως και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και η Τράπεζα της Αγγλίας, αναμένεται να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επιτόκια αυτήν την εβδομάδα. Σ’ ότι αφορά την ΕΚΤ,οι αγορές διαβλέπουν αύξηση των επιτοκίων τον Ιούλιο και πιθανότητες 85% για ακόμη προς μια τα πάνω αναπροσαρμογή τον Δεκέμβριο. Οι φόβοι για ένα παρατεταμένο πολεμικό μέτωπο στον Περσικό Κόλπο οδήγησαν στη Γερμανία τον δείκτη οικονομικού κλίματος ZEW στο -0,5 τον Μάρτιο, αντανακλώντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2025.
«Ο δείκτης ZEW κατάρρευσε» δήλωσε ο Άχιμ Γουάμπαχ, πρόεδρος του οικονομικού ινστιτούτου, προσθέτοντας πως οι νέες πληθωριστικές πιέσεις από την ακριβότερη ενέργεια θέτουν υπό αμφισβήτηση την αναιμική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας που είναι η μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη. Η έρευνα του ZEW πραγματοποιήθηκε από τις 9 μέχρι τις 16 Μαρτίου, δηλαδή τη 2η εβδομάδα του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον Ιράν. Η ΑΧΑ εκτιμά ότι η γαλλική οικονομία, η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη, βρίσκεται σε ευνοϊκότερη θέση λόγω της αυτονομίας που έχει με την εκτεταμένη χρήση της πυρηνικής ενέργειας.
Η κυβέρνηση Τραμπ υπό την απειλή των αυξημένων τιμών στα καύσιμα
Ακόμη και αν υπάρξει μια παύση των εχθροπραξιών δεν είναι βέβαιο πως θα εξουδετερωθεί η επικινδυνότητα των Στενών του Ορμούζ, με ισχυρή την πιθανότητα οι ανατιμήσεις στο πετρέλαιο να είναι ισχυρές. Το κλειδί είναι πόσο ακόμη θα διαρκέσει ακόμη ο πόλεμος. Οι ΗΠΑ μαζί με τη Νορβηγία, τη Ρωσία και τον Καναδά εκτιμάται ότι θα επωφεληθούν από την αναταραχή στον Περσικό Κόλπο καθώς είναι καθαροί εξαγωγείς πετρελαίου. Ο μεγαλύτερος όγκος των αμερικανικών εξαγωγών καταλήγει στην Ε.Ε από το 2025, αντικαθιστώντας τη Ρωσία.
Οπότε οι ΗΠΑ είναι πιο θωρακισμένες από μια νέα ενεργειακή κρίση αλλά οι πολίτες αναμένεται δεχτούν πιέσεις από την άνοδο του κόστους των καυσίμων σε μια περίοδο που είναι ήδη αυξημένο το κόστος διαβίωσης. Ο Τζέιμς Έγκελχοφ, οικονομολόγος της BNP Paribas, τονίζει ότι ο μεγαλύτερο πρόβλημα για τις ΗΠΑ θα είναι ο πληθωρισμός που ήδη στο 2,4% απέχει από τον στόχο της Fed. Μετά τους δασμούς Τραμπ, η άνοδος των τιμών στο πετρέλαιο και τα καύσιμα να ανοίγουν τον δρόμο σε νέες ανατιμήσεις και ματαιώνουν σενάρια για μειώσεις των επιτοκίων από το τρέχον φάσμα του 3,5% με 3,75%.
Σε πιο επίφοβη θέση βρίσκονται οι οικονομίες της Ασίας ενώ η προσωρινή άρση των κυρώσεων για το ρωσικό πετρέλαιο ανοίγουν μια χρυσή ευκαιρία για το καθεστώς του Κρεμλίνου. Περίπου το 84% του αργού πετρελαίου και 83% του LNG που περνά από τα Στενά του Ορμούζ καταλήγουν στην Ασία, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Το 70% καταλήγει στην Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και την Νότια Κορέα. Ενδεικτικό είναι ότι η τιμή του ρωσικού πετρελαίου που εξάγεται στην Ινδία έφτασε αυτήν την εβδομάδα σε ιστορικό υψηλό και ειδικότερα σχεδόν στα 94 δολάρια το βαρέλι.