Μέσα στη δίνη της κλιμακούμενης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, το Ιράκ αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο ευάλωτους και εκτεθειμένους κρίκους.
Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να διατηρήσει ουδετερότητα και να αποτρέψει την εξάπλωση της έντασης εντός των συνόρων του, η πραγματικότητα στο πεδίο αποδεικνύεται πολύ πιο σκληρή: η χώρα δέχεται πλήγματα τόσο από τις δυνάμεις που αντιμάχονται το Ιράν όσο και από φιλοϊρανικές ομάδες που δρουν στο εσωτερικό της.
Δύο μόλις ημέρες μετά τις πρώτες επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ο πρωθυπουργός του Ιράκ Μοχάμεντ Σιά Αλ Σουντανί έδωσε εντολή στις υπηρεσίες ασφαλείας να αντιμετωπίσουν κάθε ενέργεια που απειλεί τη σταθερότητα της χώρας.
Πεδίο σύγκρουσης
Σε θεσμικό επίπεδο, η Βαγδάτη διακήρυξε ξεκάθαρα ότι δεν επιθυμεί να μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης και δεσμεύτηκε να αποτρέψει τη χρήση του εδάφους της για επιθέσεις, είτε από το εσωτερικό είτε από το εξωτερικό.
Ωστόσο, οι εξελίξεις την διέψευσαν γρήγορα. Από την έναρξη της κρίσης, το Ιράκ έχει βρεθεί στο επίκεντρο επαναλαμβανόμενων επιθέσεων, με τουλάχιστον 47 νεκρούς, κυρίως μέλη των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης.
Η οργάνωση αυτή αποτελεί ένα ιστό παραστρατιωτικών ομάδων, πολλές από τις οποίες διατηρούν στενούς δεσμούς με το Ιράν και λειτουργούν συχνά παράλληλα με τις επίσημες δυνάμεις ασφαλείας.
Ακριβώς αυτή η διπλή φύση του Ιράκ —ως κυρίαρχο κράτος αλλά και ως χώρος δράσης ισχυρών ένοπλων μη κρατικών δρώντων— εξηγεί γιατί δέχεται πλήγματα και από τις δύο πλευρές.
Από τη μία, οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν ότι στοχεύουν φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές εντός του Ιράκ για λόγους αυτοάμυνας, κατηγορώντας τες για επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων. Από την άλλη, οι ίδιες αυτές πολιτοφυλακές εξαπολύουν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων, θεωρώντας ότι συμμετέχουν ενεργά στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Ανεπίσημος στόχος
Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο παράδοξο: το Ιράκ μετατρέπεται σε πεδίο ανταλλαγής πυρών, χωρίς να αποτελεί επίσημα εμπόλεμο μέρος της σύγκρουσης.
Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις της είναι αμυντικές. Εκπρόσωποι του στρατού τονίζουν ότι στόχος είναι η προστασία αμερικανικού προσωπικού και βάσεων, που έχουν επανειλημμένα δεχθεί επιθέσεις από φιλοϊρανικές ομάδες. Οι επιθέσεις αυτές έχουν στοχεύσει, μεταξύ άλλων, την πρεσβεία των ΗΠΑ στη Βαγδάτη, αλλά και την πόλη Erbil, όπου σταθμεύουν δυνάμεις του διεθνούς συνασπισμού.
Ταυτόχρονα, φιλοϊρανικές οργανώσεις εντός του Ιράκ όχι μόνο αναλαμβάνουν την ευθύνη για τέτοιες επιθέσεις, αλλά εντείνουν τη δράση τους στο πλαίσιο της ευρύτερης αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους. Για αυτές τις ομάδες, το ιρακινό έδαφος λειτουργεί ως προωθημένη γραμμή αντιπαράθεσης, ενισχύοντας τη στρατηγική πίεση προς τη Δύση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ιρακινή κυβέρνηση βρίσκεται εγκλωβισμένη. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει καλές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εξακολουθούν να διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην ασφάλεια και την εκπαίδευση των ιρακινών δυνάμεων.
Από την άλλη, δεν μπορεί να αγνοήσει την επιρροή του Ιράν και των συμμάχων του εντός της χώρας, που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού και στρατιωτικού ιστού.
Ανίκανο να αυτοπροστατευτεί
Αυτή η γεωπολιτική ισορροπία καθιστά το Ιράκ εξαιρετικά ευάλωτο. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες πλήττουν στόχους εντός της χώρας, η κυβέρνηση εμφανίζεται ανίκανη να προστατεύσει την κυριαρχία της. Όταν, αντίθετα, φιλοϊρανικές ομάδες εξαπολύουν επιθέσεις από ιρακινό έδαφος, η Βαγδάτη κατηγορείται ότι δεν ελέγχει πλήρως τις ένοπλες δυνάμεις που δρουν εντός των συνόρων της.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, αρνείται ότι πραγματοποιεί επιθέσεις στο Ιράκ, ωστόσο η γενικότερη περιφερειακή ένταση και η εμπλοκή του στη σύγκρουση με το Ιράν εντείνουν την αίσθηση ανασφάλειας. Ανεξαρτήτως της άμεσης εμπλοκής του, το Ιράκ επηρεάζεται από τη δυναμική της σύγκρουσης, καθώς αποτελεί κρίσιμο γεωγραφικό και πολιτικό χώρο μεταξύ των αντιμαχόμενων στρατοπέδων.
Πολλαπλές επιπτώσεις στο Ιράκ
Οι επιπτώσεις για τη χώρα είναι πολλαπλές. Σε επίπεδο ασφάλειας, οι συνεχείς επιθέσεις υπονομεύουν τη σταθερότητα και ενισχύουν τον φόβο γενικευμένης αποσταθεροποίησης.
Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει μεταξύ αντικρουόμενων πιέσεων, κινδυνεύοντας να χάσει την αξιοπιστία της τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Και σε κοινωνικό επίπεδο, οι απώλειες και η ανασφάλεια επιβαρύνουν έναν πληθυσμό που έχει ήδη βιώσει δεκαετίες συγκρούσεων.
Η επικοινωνία του Μοχάμεντ Σιά Αλ Σουντανί με τον Ιρανό πρόεδρο Πεζεσκιάν αποτυπώνει αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ισορροπίας.
Ο Ιρακινός πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι οι επιθέσεις στο έδαφος της χώρας είναι απαράδεκτες και απειλούν τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, η ικανότητα της Βαγδάτης να επιβάλει αυτή τη θέση στην πράξη παραμένει περιορισμένη.