Ένας αφανής πόλεμος με αδρανείς πράκτορες, επιχειρήσεις σαμποτάζ και δολοφονικές απόπειρες εκτυλίσσονταν μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και της θρησκευτικής δικτατορίας του Ιράν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Ακόμη και με τη δημιουργία του Άξονα της Αντίστασης, όμως, το Ιράν δεν συσχετίζονταν άμεσα με τις τρομοκρατικές ενέργειες της Χεζμπολάχ, της Χαμάς ή των ανταρτών Χούθι της Υεμένης. Μετά, όμως, το ξέσπασμα του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, πολιτικοί αναλυτές φοβούνται μήπως το αποδυναμωμένο καθεστώς της Τεχεράνης ξεκινήσει μια ευρεία κλίμακα επιθέσεων καθώς δίνει μάχη για την επιβίωση του.
Όπως γράφει στο Foreign Affairs ο Μάθιου Λέβιτ, διευθυντής του Reinhard Program on Counterterrorism and Intelligence στο Ινστιτούτο της Ουάσιγκτον για την Πολιτική της Εγγύς Ανατολής, από αυτό το σημείο και έπειτα το Ιράν «πιθανότητα ποντάρει στο ότι η αμερικανική κοινή γνώμη και οι πολιτικοί της δεν έχουν το σθένος να αντέξουν τις απώλειες αμάχων και έτσι αν καταφέρει να προκαλέσει ένα συμβάν με μαζικές απώλειες, το πολιτικό κόστος του πολέμου θα είναι απαγορευτικό».
Το καθεστώς του Ιράν δεν κρύβει την αναλγησία του στο εσωτερικό της χώρας. Εν μέσω του πολέμου και ειδικότερα στις 19 με 20 Μαρτίου, οι ιρανικές αρχές εκτέλεσαν δια απαγχονισμού τρεις άντρες, συμπεριλαμβανομένου του 19χρονου παλαιστή Σαλέχ Μοχαμαντί, ως παραδειγματική τιμωρία για τη συμμετοχή τους σε αντικυβερνητικές οργανώσεις. Με το Ιράν να έχει υποστεί ένα τεράστιο πλήγμα στην ανώτατη ηγεσία, το πυρηνικό πρόγραμμα και τις βαλλιστικές ικανότητές του από τις σφοδρές εναέριες επιδρομές των Ισραηλινών και των Αμερικανών εδώ και τρεισήμισι εβδομάδες, γιγαντώνει τα αντίποινα με «θύματα» τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου. Το καθεστώς της Τεχεράνης συνειδητοποιεί το πλεονέκτημα της «ασύμμετρης απειλής» από τα πλήγματα που επιφέρει σε ενεργειακές υποδομές των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασία του Κόλπου (GCC) και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου περνά το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται, επίσης, το πολιτικό κόστος που προκαλεί για τους Ρεπουμπλικάνους η ακριβότερη βενζίνη στις ΗΠΑ και την ανυπολόγιστη ζημιά στην παγκόσμια οικονομία που προξενεί η αναταραχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Μέχρι σήμερα η εκτεταμένη εκμετάλλευση των Στενών του Ορμούζ και του Περσικού Κόλπου ως στρατιωτικό αβαντάζ ήταν για το Ιράν ένα υποθετικό σενάριο. Σήμερα γίνεται πράξη, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να γίνονται πιο αδίστακτοι και αδιάλλακτοι αντί να κάμπτονται από τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ-Ισραήλ.
Μικρές επιθέσεις χωρίς θύματα στην Ευρώπη είναι προειδοποιητικά σημάδια
Λίγες ημέρες μετά την κήρυξη πολέμου από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η Δύναμη Κουντς των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, η οποία είναι επιφορτισμένη με την εκτέλεση επιχειρήσεων στο εξωτερικό, μετέδωσε από το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο της χώρας ότι «ο εχθρός θα πρέπει να γνωρίζει ότι έχουν λήξει πια οι ημέρες ευτυχίας και δεν θα είναι ασφαλείς πουθενά στον κόσμο, ούτε καν στα σπίτια τους». Αν και στοιχεία του Institute for the Study of War αποκαλύπτουν ότι οι βομβαρδισμοί του Ισραήλ έχουν καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση των Ιρανών σε 330 από τους 470 εκτοξευτές βαλλιστικών πυραύλων, το καθεστώς της Τεχεράνης συνεχίζει να αντεπιτίθεται με εναέριες επιδρομές στο Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου.
Παράλληλα γίνονται αντιληπτές απόπειρες υβριδικών επιθέσεων. Νωρίς το πρωί της 9ης Μαρτίου εντοπίστηκε αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός μπροστά σε συναγωγή στην πόλη της Λιέγης του Βελγίου. Ο πρωθυπουργός της χώρας, Μπαρτ Ντε Βέβερ, είπε ότι ήταν «μια επίθεση στις αξίες και την κοινωνία μας». Έκτοτε έχουν συμβεί τρεις επιθέσεις στην Ολλανδία και μια το Λονδίνο, συγκεκριμένα στις 23 Μαρτίου τυλίχθηκαν στις φλόγες ασθενοφόρα οχήματα της εβραϊκής κοινότητας στο Γκόλντερς Γκριν.
Υποψίες για πιθανούς συσχετισμούς με το Ιράν ενισχύθηκαν όταν την ευθύνη για την επίθεση της Λιέγης πήρε μια οργάνωση με την ονομασία HAYI που σημαίνει «Το Ισλαμικό Κίνημα των Συντρόφων των Ενάρετων», επισημαίνει ο Ζουλιάν Λανσς του International Centre of Counter-Terrorism (ICCT). Η ίδια οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση σε συναγωγή του Ρότερνταμ στις 13 Μαρτίου, σε ισραηλινό σχολείο και εμπορικό κέντρο στο Άμστερνταμ στις 14 και 16 Μαρτίου και τον εμπρησμό των ασθενοφόρων στο Λονδίνο. Όπως υπογραμμίζει ο Λανσς, «αν και οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν μέχρι στιγμής θύματα και προκάλεσαν μόνο μικρές ζημιές, εντούτοις φανερώνουν μια σαφή τρομοκρατική πρόθεση».
Όσο μεγαλώνει η υπαρξιακή απειλή για το Ιράν τόσο το θεοκρατικό καθεστώς της χώρας μπορεί να καταφεύγει σε κάθε μέσο για να αντεπιτεθεί. Κοινός παρονομαστής των ενεργειών αυτών είναι να κλονίζεται το κλίμα ασφάλειας, μια κατάσταση που βιώνουν σήμερα τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου καθώς έχουν εγκλωβιστεί σε μια περιφερειακή σύγκρουση. Ο Λέβιτ τονίζει στο Foreign Affairs ότι το Ιράν σπάνια έχει καταφέρει να πλήξει τις ΗΠΑ. Ωστόσο, ένα «μακρύ ιστορικό με αποτυχημένες συνομωσίες δεν θα πρέπει να προσφέρει στην Ουάσινγκτον μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας».
Το 2016, παραδείγματος χάριν, αποκαλύφθηκε αδρανής πράκτορας της Χεζμπολάχ στη Νέα Υόρκη που είχε αναλάβει την προεπιχειρησιακή παρακολούθηση σε ΗΠΑ και Καναδά, με την προοπτική να ενεργοποιηθεί εάν η Ουάσιγκτον κήρυττε πόλεμο στο Ιράν. Εκείνη την περίοδο βρέθηκε, επίσης, ένα ακόμη μέλος της Χεζμπολάχ που είχε συγκεντρώσει 136 κιλά σε πρόδρομές ύλες για εκρηκτικά στην περιοχή του Χιούστον. Αν και το Ιράν μαζί με τον Άξονα της Αντίστασης έχουν αποδυναμωθεί σήμερα και από τον διετή πόλεμο του Ισραήλ εναντίον της Χαμάς, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θα πρέπει να «πάρουν στα σοβαρά την απελπισία» του καθεστώτος της Τεχεράνης, ιδίως όταν η εξολόθρευση των ηγετικών στελεχών μπορεί να ενισχύσει τον σκληροπυρηνικό σκέλος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης.