Πόλεμος στο Ιράν: Παγκόσμιο σήμα PMI για στασιμοπληθωρισμό και φούσκες

Από τις ΗΠΑ έως την Ευρώπη και την Ασία, οι επιχειρηματικές έρευνες δείχνουν επιβράδυνση ανάπτυξης και άνοδο τιμών: ροπή σε στασιμοπληθωρισμό

Αγορές © Freepik

Ο πόλεμος με το Ιράν εκπέμπει ήδη ένα ισχυρό σήμα στασιμοπληθωρισμού για την παγκόσμια οικονομία, καθώς οι πρώτες επιχειρηματικές έρευνες δείχνουν ταυτόχρονη επιβράδυνση της ανάπτυξης και νέα άνοδο των πληθωριστικών πιέσεων σε μεγάλες οικονομικές ζώνες.

Ένα προειδοποιητικό σήμα στασιμοπληθωρισμού αναβοσβήνει πλέον σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Η Ευρώπη και η Ελλάδα δεν λείπουν από τις προειδοποιήσεις.

Από τις ΗΠΑ μέχρι την Ευρώπη και την Ασία, οι επιχειρηματικές έρευνες του Μαρτίου δείχνουν ότι ο πόλεμος με το Ιράν επιβραδύνει ταυτόχρονα την ανάπτυξη και ενισχύει τις πιέσεις στις τιμές, οδηγώντας τις σε υψηλά πολλών ετών – και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ιστορικά επίπεδα.

Στασιμοπληθωρισμός: Το νέο προειδοποιητικό σήμα

Η σημασία αυτών των ενδείξεων είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς πρόκειται για μερικούς από τους πρώτους δείκτες σε πραγματικό χρόνο μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και του αντίστοιχου ενεργειακού σοκ. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν μια εξαιρετικά άβολη εξίσωση για τις κεντρικές τράπεζες διεθνώς, οι οποίες τα τελευταία πέντε χρόνια προσπαθούν να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό.

Όπως ανέφερε ο επικεφαλής οικονομολόγος επιχειρηματικής δραστηριότητας της S&P Global Market Intelligence, Κρις Γουίλιαμσον, οι αμερικανικές επιχειρήσεις καταγράφουν ήδη πλήγμα στη ζήτηση, εξαιτίας της πρόσθετης αβεβαιότητας και της επιβάρυνσης στο κόστος ζωής που προκαλεί η σύγκρουση.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα χρειαστεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εντεινόμενη ανοδική απειλή για τον πληθωρισμό και στον αυξανόμενο κίνδυνο να χάσει η οικονομία τη δυναμική της ανάπτυξης. Η εξέλιξη αυτή, όπως σημείωσε, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του πολέμου και από τον αντίκτυπό του στις τιμές της ενέργειας και στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Ασθενέστερη ανάπτυξη, ισχυρότερες πιέσεις στις τιμές

Ο δείκτης Purchasing Managers’ Index της S&P έδειξε ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε με τον βραδύτερο ρυθμό σχεδόν ενός έτους, με τον βασικό ανασταλτικό παράγοντα να προέρχεται από τον τομέα των υπηρεσιών.

Σε συνολική βάση, το μέσο κόστος εισροών αυξήθηκε απότομα, οδηγώντας στη μεγαλύτερη καταγεγραμμένη άνοδο των μέσων τιμών πώλησης από την κορύφωση του πληθωριστικού σοκ του 2022. Παράλληλα, η απασχόληση υποχώρησε για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο, εξέλιξη που προσθέτει μία ακόμη διάσταση ανησυχίας για την αντοχή της αμερικανικής οικονομίας.

Υπήρξε, πάντως, και μια πιο σύνθετη πτυχή στην εικόνα. Η επιχειρηματική δραστηριότητα στη μεταποίηση ενισχύθηκε τον προηγούμενο μήνα, καθώς -σύμφωνα με την S&P- στηρίχθηκε από τις λιγότερες ανησυχίες που σχετίζονταν με τους δασμούς και από την ισχυρότερη ροή νέων παραγγελιών. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν ήταν αρκετό για να ανατρέψει τη συνολικά επιβαρυμένη εικόνα.

Ο στασιμοπληθωρισμός απλώνεται από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ έως την Ασία

Η ευρύτερη εικόνα δείχνει ότι οι επιχειρήσεις στις μεγάλες οικονομίες του κόσμου καταγράφουν υψηλότερο κόστος εισροών, αποδίδοντας όλες την επιβάρυνση αυτήν στις συνέπειες του πολέμου στις τιμές της ενέργειας και στις θαλάσσιες και εμπορικές οδούς.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το κόστος στη μεταποίηση σημείωσε τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση από τον Οκτώβριο του 1992, δηλαδή από τον μήνα που ακολούθησε τη «Μαύρη Τετάρτη», τη μεγάλη νομισματική κρίση της χώρας.

Στην Ευρωζώνη, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη κατέρρευσε με τον ταχύτερο ρυθμό από τότε που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία το 2022, γεγονός που υπογραμμίζει το μέγεθος του νέου σοκ που προκαλεί η πολεμική αναταραχή στη Μέση Ανατολή.

Στην Αυστραλία, ο δείκτης PMI υπέδειξε συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, βάζοντας τέλος σε ένα σερί ενός έτους κατά το οποίο η οικονομική δραστηριότητα κινούνταν σε ζώνη επέκτασης.

Κεντρικές τράπεζες απέναντι στο δίλημμα του στασιμοπληθωρισμού

Η εικόνα αυτή επαναφέρει με ένταση το γνώριμο αλλά εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα του στασιμοπληθωρισμού: πώς μπορούν οι κεντρικές τράπεζες να αντιμετωπίσουν νέες πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να επιδεινώσουν περαιτέρω την επιβράδυνση της οικονομίας.

Για τους νομισματικούς φορείς χάραξης πολιτικής το πρόβλημα είναι ότι η άνοδος των τιμών δεν προέρχεται αυτήν τη φορά από υπερβολικά ισχυρή ζήτηση, αλλά από ένα εξωτερικό σοκ στην προσφορά, το οποίο συνδέεται με την ενέργεια, τις μεταφορές και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Σε τέτοιες συνθήκες, η αυστηρότερη νομισματική πολιτική μπορεί να συγκρατήσει μέρος του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα κινδυνεύει να επιβαρύνει περισσότερο την ανάπτυξη και την αγορά εργασίας.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί τα πρώτα αυτά στοιχεία θεωρούνται τόσο κρίσιμα: αποτυπώνουν ότι η διεθνής οικονομία δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια νέα γεωπολιτική κρίση, αλλά ενδέχεται να εισέρχεται σε μια φάση όπου η χαμηλότερη ανάπτυξη και οι υψηλότερες τιμές θα συνυπάρχουν για μεγαλύτερο διάστημα.

Ο πόλεμος με το Ιράν και το παγκόσμιο οικονομικό κόστος

Το βασικό συμπέρασμα από τα πρώιμα αυτά δεδομένα είναι ότι ο κόσμος αρχίζει ήδη να απορροφά ένα επώδυνο οικονομικό κόστος από τον πόλεμο με το Ιράν. Η επίπτωση είναι ορατή στις επιχειρήσεις, στο κόστος παραγωγής, στην εμπιστοσύνη και στις προσδοκίες για την πορεία της ζήτησης.

Θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος για να φανεί με σαφήνεια πώς αυτές οι πιέσεις θα περάσουν στους επίσημους δείκτες ανάπτυξης, απασχόλησης και πληθωρισμού. Ωστόσο, τα πρώτα σήματα είναι ήδη αρκετά ανησυχητικά: η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα περίοδο ασθενούς δυναμικής, επίμονου κόστους και εντεινόμενης αβεβαιότητας.

Με άλλα λόγια, ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποτελεί μόνο γεωπολιτική κρίση. Εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε έναν παράγοντα που μπορεί να αναδιαμορφώσει το παγκόσμιο μακροοικονομικό σκηνικό, ενισχύοντας τον κίνδυνο ενός νέου επεισοδίου στασιμοπληθωρισμού, σε μια στιγμή που πολλές οικονομίες δεν έχουν ακόμη ανακτήσει πλήρως τις ισορροπίες τους.

ΕΚΤ: Νέος γύρος ελέγχων για την έκθεση των τραπεζών σε φούσκες private credit

Σε αυτό το σκηνικό δεν λείπουν οι φούσκες και οι ανησυχίες, όχι μόνο για τις υπερτιμημένες φάσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και για το πάρτι του δανεισμού με οχήματα όπως το private credit. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρόκειται να ξεκινήσει νέο γύρο ελέγχων στις τράπεζες που εποπτεύει, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την ποιότητα των δανείων στον τομέα του private credit, σύμφωνα με το Bloomberg.

Η ΕΚΤ σχεδιάζει να ζητήσει από τις τράπεζες λεπτομέρειες για τις συναλλαγές και τις σχέσεις τους με direct lenders, ανέφεραν ορισμένες από τις πηγές, οι οποίες ζήτησαν να μην κατονομαστούν, επειδή το θέμα είναι ιδιωτικό. Όπως σημείωσαν, προηγούμενες αντίστοιχες ασκήσεις είχαν καλύψει περίπου δώδεκα τράπεζες. Εκπρόσωπος της ΕΚΤ αρνήθηκε να σχολιάσει.

Μια σειρά από ηχηρές αναταράξεις από πέρυσι, σε συνδυασμό με την αύξηση των αιτημάτων εξαγοράς από επενδυτές σε private credit funds, έχει πυροδοτήσει ανησυχία για το εύρος της έκθεσης των παραδοσιακών τραπεζών στον κλάδο των 1,8 τρισ. δολαρίων. Στην Ευρωζώνη, δανειστές όπως η Deutsche Bank και η Societe Generale έχουν επιχειρήσει να καθησυχάσουν τις αγορές ότι ο τομέας αυτός δεν συνιστά συστημικό κίνδυνο.

Παρ’ ότι η σχεδιαζόμενη άσκηση της ΕΚΤ βασίζεται σε ανάλογες εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το 2024 και το 2025, αξιωματούχοι της ευρωπαϊκής εποπτείας δήλωσαν στο Bloomberg ότι οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν υπογραμμίσει ακόμη περισσότερο τη σημασία της. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η ΕΚΤ επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες έχουν σαφή επίγνωση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν.

Σε συνέντευξή του στο Bloomberg στο Ζάγκρεμπ, το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Μπόρις Βούιτσιτς δήλωσε ότι οι συνολικές εκθέσεις των τραπεζών της Ευρωζώνης στο private credit είναι «περιορισμένες», ωστόσο ο τομέας «ξεκάθαρα» συνιστά κίνδυνο.

Οι ανησυχίες της ΕΚΤ για την ποιότητα των χαρτοφυλακίων

«Έχουμε δει επιδείνωση της ποιότητας των χαρτοφυλακίων private credit σε ορισμένες περιπτώσεις», ανέφερε στο Bloomberg ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Κροατίας, ο οποίος θα αναλάβει τη θέση του αντιπροέδρου της ΕΚΤ τον Ιούνιο. «Αν υπάρξει οποιαδήποτε διάδοση των κραδασμών, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας θα παραμείνει σταθερός».

Σύμφωνα με τις πηγές, η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά τις αδυναμίες που εντοπίστηκαν στις περσινές αξιολογήσεις για τις διασυνδέσεις των τραπεζών με το private credit.

Οι ανησυχίες για τον συγκεκριμένο τομέα έχουν ενισχυθεί από την πρόοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης και τις ανατροπές που αυτή προκαλεί, ιδιαίτερα στις εταιρείες λογισμικού, έναν κλάδο στον οποίο η μη τραπεζική χρηματοδότηση εμφανίζει ισχυρή έκθεση.

Οι κολοσσοί του private credit Apollo Global Management και Ares Management ανέφεραν αυτήν την εβδομάδα ότι περιορίζουν τις εξαγορές σε ορισμένα private credit funds, καθώς ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με αύξηση τέτοιων αιτημάτων.

Η ΕΚΤ έχει ήδη διαπιστώσει στο παρελθόν ότι οι τράπεζες δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν επαρκώς τη λεπτομερή φύση και το ακριβές μέγεθος των σχέσεών τους με private credit funds.

Σε γενικές γραμμές, η ΕΚΤ εργάζεται για να καλύψει τα κενά στα δεδομένα που αφορούν χρηματοπιστωτικές εταιρείες εκτός του τραπεζικού τομέα, σύμφωνα με τον Πατρίκ Μοντανιέ, μέλος του εποπτικού συμβουλίου της κεντρικής τράπεζας.

Όπως έγραψε σε άρθρο του για το Eurofi Magazine, που δημοσιεύθηκε την Τρίτη, η μέχρι τώρα εργασία έχει αναδείξει πόσο δύσκολο είναι να αποτυπωθούν τα διαφορετικά επίπεδα δανεισμού που εκτείνονται από τους επενδυτές σε private market funds έως τις εταιρείες που αυτά κατέχουν ή χρηματοδοτούν.

Η επισήμανση αυτή φωτίζει μια βασική πρόκληση για τις εποπτικές αρχές: δεν αρκεί να γνωρίζουν μόνο την άμεση έκθεση μιας τράπεζας, αλλά πρέπει να κατανοούν και τις αλυσιδωτές διασυνδέσεις που μπορεί να ενισχύσουν την ευπάθεια ολόκληρου του συστήματος σε περίπτωση πίεσης.

ΕΚΤ και τράπεζες: Ποιοι είναι περισσότερο εκτεθειμένοι

Η έκθεση στο private credit ενδέχεται να αντιστοιχεί περίπου στο 1% έως 2% του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, έγραψαν αναλυτές της Keefe, Bruyette & Woods σε σημείωμά τους τη Δευτέρα. Όπως σημείωσαν, το ποσοστό είναι υψηλότερο σε μεγαλύτερους δανειστές, όπως η Deutsche Bank, η BNP Paribas και η Societe Generale.

Κατά τους ίδιους αναλυτές, δεν είναι σαφές εάν οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα υποστούν πιστωτικές ζημίες από αυτές τις εκθέσεις, καθώς η σχετική χρηματοδότησή τους είναι σχεδόν πάντοτε εξασφαλισμένη με δείκτες loan to value κοντά στο 60%.

Ακόμη κι έτσι, προειδοποίησαν ότι η αρνητική ειδησεογραφία γύρω από τον κλάδο θα επιμείνει και πιθανότατα θα συνεχίσει να λειτουργεί σαν βαρίδι για τις αποτιμήσεις των τραπεζών που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση.

Το μήνυμα της ΕΚΤ για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα

Το βασικό μήνυμα από τη Φρανκφούρτη είναι ότι, παρ’ ότι η συνολική έκθεση των τραπεζών της Ευρωζώνης στο private credit παραμένει προς το παρόν διαχειρίσιμη, οι κίνδυνοι δεν θεωρούνται αμελητέοι. Η ΕΚΤ δεν δείχνει να θεωρεί ότι υπάρχει άμεση συστημική απειλή, ωστόσο επιδιώκει να προλάβει την εμφάνιση εστιών αστάθειας μέσα από πιο στενή παρακολούθηση και καλύτερη χαρτογράφηση των διασυνδέσεων.

Σε ένα περιβάλλον όπου οι μη τραπεζικές μορφές χρηματοδότησης αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος, η εποπτεία καλείται να ακολουθήσει πιο σύνθετες και λιγότερο διαφανείς χρηματοοικονομικές δομές. Και αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η ΕΚΤ επιλέγει να επιστρέψει με νέα ένταση στο μέτωπο του private credit: για να διασφαλίσει ότι οι τράπεζες γνωρίζουν επαρκώς τους κινδύνους τους και ότι το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει θωρακισμένο απέναντι σε ενδεχόμενους κραδασμούς.

Η Wall Street διαβάζει ευκαιρίες στη νέα γεωπολιτική κρίση

Η Wall Street εξετάζει ήδη τις επενδυτικές δυνατότητες που ίσως αναδυθούν μέσα από τα γεωπολιτικά ερείπια. Είναι ακόμη πρόωρο να θεωρηθεί ότι έχει επέλθει σημείο καμπής για το Ιράν, τη Βενεζουέλα, την Ουκρανία, τη Γάζα ή, πιο μακριά ακόμη στη νεοσυντηρητική λίστα επιθυμιών, την Κούβα. Όμως η Wall Street σκέφτεται ήδη τις επενδυτικές ευκαιρίες που θα μπορούσαν να προκύψουν από τα γεωπολιτικά ερείπια.

Ο ναύαρχος Τζέιμς Σταυρίδης, πρώην ανώτατος συμμαχικός διοικητής του ΝΑΤΟ, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στον επενδυτικό κολοσσό Carlyle, συνέκρινε τις προοπτικές για το Ιράν και άλλες ζώνες σύγκρουσης με την ανοικοδόμηση της Νότιας Κορέας στα μέσα του 20ού αιώνα. Όπως ανέφερε, πενήντα χρόνια αργότερα η Νότια Κορέα έχει εξελιχθεί στην ένατη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, γεγονός που, κατά τον ίδιο, αποτυπώνει τι μπορεί να σημαίνει η ανασυγκρότηση, μεταδίδει το Semafor. Πρόσθεσε ότι κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να συμβεί με το Ιράν, την Κούβα, τη Βενεζουέλα ή την Ουκρανία, τονίζοντας ότι πρόκειται για επενδυτικές ευκαιρίες που πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη.

Τα θεμελιώδη μεγέθη πράγματι μοιάζουν ελκυστικά. Το Ιράν διαθέτει έναν μορφωμένο πληθυσμό, σε μια χώρα της οποίας το μέγεθος ισοδυναμεί με το άθροισμα της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας και της Βρετανίας. Η Κούβα διαθέτει προοπτικές στους τομείς των ορυκτών και της γεωργίας, η Βενεζουέλα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα, ενώ η Ουκρανία συνδυάζει εύφορες γεωργικές εκτάσεις με έναν αξιόλογο τεχνολογικό κλάδο.

Από επενδυτικής σκοπιάς, αυτές οι χώρες συγκεντρώνουν χαρακτηριστικά που παραδοσιακά προσελκύουν το διεθνές κεφάλαιο: φυσικούς πόρους, ανθρώπινο δυναμικό, υποτιμημένα περιουσιακά στοιχεία και την πιθανότητα μιας μελλοντικής περιόδου ανασυγκρότησης. Σε περιπτώσεις όπου οι σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες αλλάξουν, η αγορά θα μπορούσε να επιχειρήσει να αποτιμήσει εκ νέου αυτές τις οικονομίες πολύ πριν αποκατασταθεί πλήρως η σταθερότητα.

Η λογική αυτή δεν είναι καινούργια στη Wall Street. Το διεθνές κεφάλαιο συχνά αναζητεί τα μεγαλύτερα περιθώρια απόδοσης ακριβώς εκεί όπου ο πολιτικός κίνδυνος είναι ακόμη υψηλός, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε βάθος χρόνου, μπορεί να ακολουθήσει ένα κύμα ανοικοδόμησης, ιδιωτικοποιήσεων, επανασύνδεσης με τις αγορές και αποκατάστασης εμπορικών ροών.

Η στροφή στον «εγχώριο» καπιταλισμό

Το πρόβλημα είναι ότι όλο και περισσότερες χώρες θέλουν το κεφάλαιό τους να παραμένει εντός συνόρων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί η Wall Street να επενδύει στην αμερικανική οικονομία. Στη Σαουδική Αραβία, μεγαλύτερο μέρος του κρατικού επενδυτικού πλούτου κατευθύνεται προς εγχώρια έργα, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο η κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να πιέσει τα συνταξιοδοτικά ταμεία να αγοράζουν βρετανικές μετοχές.

Αυτή η τάση δεν είναι απλώς πολιτική ρητορική. Αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση, σύμφωνα με την οποία οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τις εγχώριες αποταμιεύσεις και τα επενδυτικά κεφάλαια ως εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής, οικονομικής ανθεκτικότητας και γεωπολιτικής ισχύος. Σε έναν κόσμο πιο κατακερματισμένο, το ελεύθερο διασυνοριακό κεφάλαιο δεν θεωρείται πλέον αυτονόητο αγαθό, αλλά συχνά αντιμετωπίζεται ως πόρος που πρέπει να υπηρετεί εθνικές στρατηγικές προτεραιότητες.

Ο διευθύνων σύμβουλος της BlackRock, Λάρι Φινκ, αποτύπωσε αυτήν τη μετατόπιση στην ετήσια επιστολή του προς τους μετόχους για το 2026, όπου υποστήριξε ότι επί δεκαετίες το κεφάλαιο κυνηγούσε αποδόσεις σε όλο τον κόσμο, συχνά χωρίς αρκετό όφελος για τους πολίτες στις ίδιες τις χώρες προέλευσής του. Όπως έγραψε, τα κεφάλαια θα πρέπει να συνεχίσουν να κινούνται ελεύθερα προς τις ευκαιρίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα κράτη δεν μπορούν να κάνουν περισσότερα για να τα κατευθύνουν και προς τη δική τους ανάπτυξη.

Στις ΗΠΑ, επενδυτές προωθούν ήδη πιο «πατριωτικά» επενδυτικά σχέδια, ενώ παρόμοιες τάσεις εμφανίζονται και στη Βρετανία, τη Γερμανία και την Ινδία. Η λογική του «America First» επιχειρεί να μετατρέψει την επενδυτική στρατηγική σε προέκταση της οικονομικής εθνικής πολιτικής. Και αυτή η προσέγγιση αποκτά επιπλέον βάρος σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει πρόεδρος των ΗΠΑ, όπως προκύπτει και από τις πρόσφατες αναρτήσεις του Λευκού Οίκου τον Μάρτιο του 2026.

Ωστόσο, εδώ ακριβώς εμφανίζεται η βασική αντίφαση: όσο περισσότερο τα κράτη ζητούν από κεφάλαια να παραμείνει «στο σπίτι», τόσο περισσότερο οι αγορές θα δοκιμάζουν τα όρια αυτής της στρατηγικής όταν εμφανίζονται μεγάλες ευκαιρίες σε υποτιμημένες, μεταπολεμικές ή μεταβατικές οικονομίες, όπως θα μπορούσε να είναι στο μέλλον το Ιράν ή η Ουκρανία.

Έξυπνο χρήμα, γεωπολιτικά ρίσκα και επενδύσεις στα ερείπια

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το χρήμα κυνηγά τις αποδόσεις. Και το πιο «έξυπνο» χρήμα συχνά κατευθύνεται προς επενδύσεις που άλλοι αποφεύγουν να αγγίξουν λόγω πολιτικής αμηχανίας, ηθικών ενστάσεων ή υψηλού κινδύνου.

Αυτό σημαίνει ότι, εάν κάποια στιγμή διαμορφωθούν συνθήκες σταθεροποίησης, η συζήτηση για την ανασυγκρότηση χωρών όπως το Ιράν, η Βενεζουέλα, η Ουκρανία ή η Κούβα δεν θα παραμείνει μόνο στο πεδίο της διπλωματίας ή της γεωπολιτικής. Θα μετατραπεί γρήγορα και σε ζήτημα κατανομής κεφαλαίων, εταιρικών στρατηγικών, εξαγορών, έργων υποδομής, ενέργειας, πρώτων υλών και χρηματοδότησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια νέα κατηγορία περιουσιακών στοιχείων που θα αναδύεται μέσα από τα ερείπια της παγκόσμιας αστάθειας -μια κατηγορία που θα μπορούσε, χαριτολογώντας, να ονομαστεί «Extraction, Stability, and Growth»- θα αποτελέσει δοκιμασία για τη λογική του country-first καπιταλισμού. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις θα πιέζουν για περισσότερες εγχώριες επενδύσεις· από την άλλη, η αγορά θα αναζητεί τα υψηλότερα περιθώρια απόδοσης εκεί όπου η επόμενη μεγάλη ιστορία ανάκαμψης μόλις αρχίζει να διαγράφεται.

Το Ιράν ως τεστ για την επόμενη φάση των παγκόσμιων κεφαλαίων

Το Ιράν συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη περίπτωση αυτήν τη σύγκρουση ανάμεσα στη γεωπολιτική αβεβαιότητα και την επενδυτική φαντασία. Από τη μία πλευρά, πρόκειται για χώρα που παραμένει εγκλωβισμένη σε σύγκρουση, κυρώσεις και περιφερειακή ένταση. Από την άλλη, διαθέτει μέγεθος, ανθρώπινο κεφάλαιο, ενεργειακή σημασία και γεωγραφική θέση που, σε διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να το καταστήσουν έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς κεφαλαίων στην ευρύτερη περιοχή.

Γι’ αυτό και η συζήτηση που ανοίγει στη Wall Street δεν αφορά μόνο το πότε θα τελειώσουν οι πόλεμοι, αλλά και το ποιος θα τοποθετηθεί πρώτος στην επόμενη ημέρα. Και αυτή η σκέψη, όσο κυνική κι αν ακούγεται, είναι βαθιά ενσωματωμένη στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι αγορές: αποτιμούν όχι μόνο το παρόν της καταστροφής, αλλά και την πιθανότητα της μελλοντικής ανασυγκρότησης.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξουν επενδυτικές ευκαιρίες μέσα από τα γεωπολιτικά ερείπια. Είναι και αν ο νέος οικονομικός εθνικισμός που αναδύεται σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ασία θα μπορέσει να αναχαιτίσει τη βασική ορμή του παγκόσμιου κεφαλαίου να μετακινείται εκεί όπου προσδοκά τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Στην περίπτωση του Ιράν, αυτή η δοκιμασία ίσως αποδειχθεί ιδιαίτερα αποκαλυπτική.

Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν δεν αναδιαμορφώνει μόνο το γεωπολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής, αλλά επαναφέρει και ένα βαθύτερο ερώτημα: αν η αμερικανική ηγεμονία, θεμελιωμένη πλέον στο δολάριο και στη χρηματοπιστωτική ισχύ, αρχίζει να εμφανίζει σημάδια φθοράς.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Κώστα Λαπαβίτσα, οι ΗΠΑ δεν στηρίζουν πια την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία τους κυρίως στην παραγωγή, όπως συνέβαινε μεταπολεμικά, αλλά στην κυριαρχία τους επί του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το δολάριο παραμένει το βασικό αποθεματικό νόμισμα και το αμερικανικό δημόσιο χρέος το κεντρικό ενέχυρο των παγκόσμιων αγορών χρήματος.

Ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν φωτίζει τα όρια αυτής της ισχύος. Παρά τις κυρώσεις και τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, το Ιράν εξακολουθεί να αντιστέκεται, ενώ η άνοδος της Κίνας υπογραμμίζει τη μετατόπιση της παραγωγικής και τεχνολογικής ισχύος προς την Ασία.

Η κυριαρχία του δολαρίου δεν θα τερματιστεί απότομα. Όμως η σημερινή αναταραχή ενδέχεται να επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών, αποκαλύπτοντας ότι η αμερικανική ισχύς γίνεται όλο και πιο αντιφατική και εύθραυστη.