Ελλάδα και Βουλγαρία οι χώρες με τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην ΕΕ το 2025

Οι διαφορές στο βιοτικό επίπεδο παραμένουν σημαντικές, παρά τη συνολική οικονομική σύγκλιση που επιδιώκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ευρωπαϊκή Ένωση ©Unsplash

Το 2025 καταγράφεται μια σαφής εικόνα ανισοτήτων στην οικονομική ευημερία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Ελλάδα (προτελευταία) και τη Βουλγαρία να βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών τους.

Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Εurostat), το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, υπολογισμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές τιμών μεταξύ των χωρών, κυμάνθηκε από το 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ελλάδα και τη Βουλγαρία έως το εντυπωσιακό 239% για το Λουξεμβούργο.

Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώθηκε περίπου στις 41.600 ευρώ σε όρους αγοραστικής δύναμης, αποτελώντας το σημείο αναφοράς για τη σύγκριση των επιδόσεων των επιμέρους οικονομιών. Με βάση αυτό το μέτρο, καθίσταται σαφές ότι οι διαφορές στο βιοτικό επίπεδο παραμένουν σημαντικές, παρά τη συνολική οικονομική σύγκλιση που επιδιώκεται εντός της Ένωσης.

eurostat01

Η εικόνα που προκύπτει δείχνει ότι μόλις δέκα από τα είκοσι επτά κράτη-μέλη ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε αυτή την ομάδα περιλαμβάνονται, πέρα από το Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία, χώρες όπως οι Κάτω Χώρες, η Δανία, η Αυστρία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Σουηδία, η Μάλτα και η Φινλανδία, οι οποίες συγκεντρώνουν περίπου το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης.

Στον αντίποδα, η πλειονότητα των χωρών κινείται κοντά στον μέσο όρο, με σχετικά μικρές αποκλίσεις. Η Γαλλία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Τσεχία, η Ισπανία και η Σλοβενία βρίσκονται έως και 10% κάτω από τον μέσο όρο, ενώ η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία υπολείπονται κατά περίπου 10% έως 20%.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο καταγράφεται στη Βουλγαρία και την Ελλάδα, όπου το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης είναι κατά 32% χαμηλότερο.

Ακολουθεί η Λετονία, με απόκλιση της τάξης του 29%. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τις επίμονες οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, καθώς και την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και θα βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Η καταγραφή αυτών των διαφορών δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική αποτύπωση, αλλά έναν καθρέφτη των ανισοτήτων που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή οικονομία.

Παρά τις προσπάθειες σύγκλισης, η απόσταση μεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειας της Ένωσης παραμένει αισθητή, θέτοντας στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας το ζήτημα της ισόρροπης ανάπτυξης.