Πώς τα αποθέματα πυραύλων κρίνουν τους δυο πολέμους

Οι ΗΠΑ απειλούν να κρατήσουν αντιαεροπορικούς πυραύλους Patriot από την ευρωπαϊκή ασπίδα για την Ουκρανία. Alert από το Πεντάγωνο για ελλείψεις λόγω χρονοβόρου πολέμου στη Μέση Ανατολή

Αντιαεροπορικό σύστημα Patriot © Robert Ghement

Ο πόλεμος σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή εξαντλεί τα αποθέματα σε αντιαεροπορικούς πυραύλους, προκαλώντας έντονη ανησυχία σε ΗΠΑ και Ευρώπη, ενώ η ζήτηση υπερβαίνει την παραγωγή και εντείνει τις γεωπολιτικές πιέσεις, αναδεικνύοντας τα όρια της δυτικής στρατιωτικής ετοιμότητας.

Οι ΗΠΑ εμφανίζονται πλέον να επανεξετάζουν τη διάθεση κρίσιμων οπλικών συστημάτων, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί ακόμη και με διακοπή αποστολών προς την Ουκρανία, εάν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δεν συνδράμουν σε άλλες γεωπολιτικές κρίσεις, όπως στα Στενά του Ορμούζ.

Όπως αναφέρει η Les Echo, τα αποθέματα αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot μειώνονται ταχύτατα, καθώς χρησιμοποιούνται εκτενώς τόσο από την Ουκρανία όσο και από χώρες του Κόλπου για την αντιμετώπιση επιθέσεων από το Ιράν.

Το Πεντάγωνο φαίνεται να υποτίμησε το επίπεδο κατανάλωσης, ιδιαίτερα των πυραύλων PAC, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένα επικείμενο έλλειμμα.

Κάθε νέα εκτόξευση πυραύλων από το Ιράν εντείνει τις πιέσεις, σε μια σύγκρουση που δεν δείχνει σημάδια άμεσης αποκλιμάκωσης.

Πύραυλοι: Παραγωγή ετών εξαντλήθηκε σε εβδομάδες

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: μέσα σε μόλις έναν μήνα συγκρούσεων, καταναλώθηκε ποσότητα πυραύλων που αντιστοιχεί σε περίπου δύο χρόνια παραγωγής.

Ο Ουκρανός βουλευτής Σερχίι Ραχμανίν εκτίμησε ότι χρησιμοποιήθηκαν περίπου 1.800 αναχαιτιστικοί πύραυλοι Patriot σε 25 ημέρες, όταν η Lockheed Martin παρήγαγε μόλις 620 το 2025 και σχεδιάζει 700 για το 2026, σημειώνει η Les Echos.

Παρότι υπάρχει συμφωνία για τριπλασιασμό της παραγωγής, αυτή εκτείνεται σε ορίζοντα επτά ετών, γεγονός που δεν αντιμετωπίζει την άμεση κρίση.

Στρατηγική σημασία και ευρωπαϊκές αντιδράσεις

Για την Ουκρανία, το σύστημα Patriot παραμένει κρίσιμο για την αντιμετώπιση προηγμένων ρωσικών πυραύλων, όπως ο Kinzhal.

Η Ευρώπη επιχειρεί να αναπτύξει εναλλακτικές λύσεις, όπως το σύστημα SAMP/T NG, ενώ χώρες όπως η Ισπανία έχουν ήδη μεταφέρει εξοπλισμό για να ενισχύσουν το Κίεβο.

Παράλληλα, εντείνεται η ανάγκη για πιο ορθολογική χρήση των πυραύλων, καθώς η κατάρριψη φθηνών drones με ακριβά συστήματα θεωρείται μη βιώσιμη.

Αμερικανικές πιέσεις και πολιτική διάσταση

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περιορίσει τις άμεσες αποστολές προς την Ουκρανία, ενώ μεγάλο μέρος της στήριξης προέρχεται πλέον από ευρωπαϊκά αποθέματα.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα δώσουν προτεραιότητα στις δικές τους ανάγκες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ανακατεύθυνσης εξοπλισμών.

Το ΝΑΤΟ έχει ενεργοποιήσει τον μηχανισμό PURL για τη χρηματοδότηση αγορών από Ευρωπαίους συμμάχους, με δαπάνες που φτάνουν τα 4 δισ. δολάρια.

Βιομηχανική κινητοποίηση και αύξηση παραγωγής

Η αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ επιταχύνει την παραγωγή. Η Boeing ανακοίνωσε σχέδιο τριπλασιασμού της παραγωγής ραντάρ για τα συστήματα Patriot.

Παράλληλα, εταιρείες όπως η BAE Systems, η Honeywell Aerospace και η Raytheon συμμετέχουν σε πολυετή προγράμματα για την αύξηση της παραγωγής.

Τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνουν ενίσχυση συστημάτων όπως το THAAD, επιτάχυνση παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων PrSM και αύξηση παραγωγής πυραύλων Tomahawk και AMRAAM.

Η κρίση στους πύραυλοι αποκαλύπτει ένα κρίσιμο στρατηγικό πρόβλημα: η σύγχρονη πολεμική πραγματικότητα απαιτεί τεράστια αποθέματα και ταχεία παραγωγή.

Καθώς οι συγκρούσεις παρατείνονται, η ισορροπία μεταξύ ζήτησης και παραγωγής γίνεται καθοριστικός παράγοντας ισχύος.

Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επηρεάσει όχι μόνο τη στρατιωτική στρατηγική, αλλά και τις πολιτικές σχέσεις μεταξύ συμμάχων, επανακαθορίζοντας τις προτεραιότητες ασφάλειας στη Δύση.

Γαλλία: Στροφή σε μαζική ενίσχυση οπλικών συστημάτων

Την ίδια ώρα η Γαλλία προχωρά σε φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα δισεκατομμυρίων ευρώ, αυξάνοντας δραστικά τα αποθέματα πυραύλων και drones έως το 2030, ως απάντηση στις νέες γεωπολιτικές απειλές και τις εμπειρίες από σύγχρονους πολέμους υψηλής έντασης.

Όπως αναφέρει το Politico, η Γαλλία σχεδιάζει να αυξήσει δραστικά έως και 400% τα αποθέματα πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών μέχρι το 2030, σύμφωνα με σχέδιο στρατιωτικού προγραμματισμού που βρίσκεται υπό επεξεργασία.

Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης της αμυντικής ικανότητας της χώρας, σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.

Διδάγματα από σύγχρονους πολέμους

Οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή ανέδειξαν την ταχύτητα με την οποία εξαντλούνται τα πυρομαχικά σε πολέμους υψηλής έντασης.

Η Γαλλία επιδιώκει να αναπληρώσει τα αποθέματά της, ιδιαίτερα μετά τη χρήση αντιαεροπορικών πυραύλων για την αντιμετώπιση επιθέσεων με drones από το Ιράν στην περιοχή του Κόλπου.

Ο υπουργός Άμυνας Σεμπαστιέν Λεκορνί υπογράμμισε ότι «η επείγουσα ανάγκη είναι τα πυρομαχικά», αποτυπώνοντας την αλλαγή προτεραιοτήτων.

Το νέο σχέδιο προβλέπει επενδύσεις ύψους 8,5 δισ. ευρώ για πυραύλους και drones έως το 2030, στο πλαίσιο ενός πολυετούς προγράμματος που οδηγεί τη χώρα σε καθεστώς «οικονομίας πολέμου».

Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες αναμένεται να φτάσουν:

  • 63,3 δισ. ευρώ το 2027
  • 68,3 δισ. ευρώ το 2028
  • 72,8 δισ. ευρώ το 2029
  • 76,3 δισ. ευρώ το 2030

Η αύξηση αυτή αντανακλά τη στρατηγική προετοιμασία για πιθανές μελλοντικές συγκρούσεις, ακόμη και στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η ενίσχυση των αποθεμάτων συνοδεύεται από προσπάθειες προσαρμογής της αμυντικής βιομηχανίας. Η MBDA σχεδιάζει αύξηση παραγωγής κατά 40%, ενώ θα διπλασιάσει την παραγωγή πυραύλων Aster. Παράλληλα, η Safran θα συμβάλει στην ενίσχυση των κατευθυνόμενων βομβών AASM.

Ωστόσο, παραμένουν εντάσεις μεταξύ κράτους και βιομηχανίας, με τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για καθυστερήσεις στην αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.

H Γαλλία εξετάζει την ανάπτυξη νέου άρματος μάχης

Πέρα από τα πυρομαχικά, η Γαλλία εξετάζει την ανάπτυξη νέου άρματος μάχης, που θα αντικαταστήσει το Leclerc έως τα τέλη της δεκαετίας του 2030.

Η απόφαση αυτή σχετίζεται με πιθανές καθυστερήσεις στο γαλλογερμανικό πρόγραμμα Main Ground Combat System, ενισχύοντας την ανάγκη για ενδιάμεση λύση.

Παράλληλα, το πρόγραμμα Eurodrone φαίνεται να εγκαταλείπεται, καθώς δεν προβλέπεται σχετική χρηματοδότηση στο νέο σχέδιο.

Η ενίσχυση των εξοπλισμών στη Γαλλία αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση στην Ευρώπη, μετά την εισβολή της Ρωσία στην Ουκρανία το 2022.

Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ έχει επίσης ενισχύσει τις ανησυχίες για την αξιοπιστία της αμερικανικής ασφάλειας, ωθώντας ευρωπαϊκές χώρες να ενισχύσουν την αυτονομία τους.

Παρά τις πολιτικές διαφορές, υπάρχει ευρεία συναίνεση στη Γαλλία για αύξηση των αμυντικών δαπανών. Ο ηγέτης της ακροδεξιάς Ζορντάν Μπαρντελά έχει προτείνει δαπάνες έως 3,5% του ΑΕΠ, ευθυγραμμισμένες με τους στόχους του ΝΑΤΟ.

ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον Ιράν: Πόλεμος χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου

Στο μεταξύ οι ΗΠΑ φαίνεται να πλησιάζουν σε επιχειρησιακό όριο όσον αφορά τους στρατηγικούς στόχους στο Ιράν, καθώς η εκστρατεία αεροπορικών πληγμάτων συνεχίζεται χωρίς σαφή ορίζοντα επιτυχίας.

Παρά τις δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι οι επιθέσεις θα συνεχιστούν για δύο έως τρεις ακόμη εβδομάδες, αξιωματούχοι του Πενταγώνου προειδοποιούν ότι οι διαθέσιμοι στόχοι υψηλής αξίας μειώνονται ταχύτατα.

Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές στρατιωτικές συγκρούσεις, το Ιράν φαίνεται να υιοθετεί μια στρατηγική που βασίζεται περισσότερο στην οικονομική πίεση παρά στην άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση.

Η διατήρηση του ελέγχου στα Στενά του Ορμούζ ενισχύει τη διαπραγματευτική του ισχύ, επηρεάζοντας τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και αυξάνοντας τις τιμές πετρελαίου.

Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου η στρατιωτική κλιμάκωση ενισχύει την οικονομική πίεση, καθιστώντας δυσκολότερη οποιαδήποτε διπλωματική λύση.

Περιορισμένοι στόχοι και επιχειρησιακά διλήμματα

Σύμφωνα με νυν και πρώην αξιωματούχους, τα εναπομείναντα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν βρίσκονται σε ενισχυμένα υπόγεια καταφύγια, καθιστώντας τα δύσκολα προσβάσιμα χωρίς χερσαία επιχείρηση.

Αυτό περιορίζει δραστικά τις επιλογές της Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οι αεροπορικές επιθέσεις από μόνες τους δεν επαρκούν για την εξουδετέρωση κρίσιμων στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος η συνέχιση των επιθέσεων χαμηλής σημασίας να ενισχύσει τη συνοχή του καθεστώτος και να οδηγήσει σε μακροχρόνια σύγκρουση.

Το Ιράν αξιοποιεί τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ ως βασικό εργαλείο πίεσης, δεδομένου ότι από εκεί διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.

Η παρατεταμένη αστάθεια στην περιοχή ενισχύει τις τιμές ενέργειας και αυξάνει την πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα ενόψει εσωτερικών αντιδράσεων.

Η στρατηγική «αναμονής» της Τεχεράνης φαίνεται να αποδίδει, καθώς μεταφέρει το βάρος της σύγκρουσης στο οικονομικό πεδίο.

Σενάρια κλιμάκωσης και πολιτικό κόστος

Η επιλογή χερσαίας επέμβασης παραμένει στο τραπέζι, με δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες να έχουν ήδη αναπτυχθεί στην περιοχή. Ωστόσο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο ενέχει υψηλό πολιτικό και στρατιωτικό κόστος.

Επιπλέον, πιθανές επιθέσεις σε πολιτικές υποδομές, όπως ενεργειακές εγκαταστάσεις, θα μπορούσαν να κλιμακώσουν περαιτέρω τη σύγκρουση και να προκαλέσουν διεθνείς αντιδράσεις.

Στο εσωτερικό των Ηνωμένες Πολιτείες, αυξάνονται οι φωνές που ζητούν σαφή στρατηγική. Ο βουλευτής Γκρέγκορι Μικς τόνισε ότι «δεν υπάρχει ξεκάθαρο σχέδιο για το τι ακολουθεί».

Ιράν: Στρατηγικό αδιέξοδο ή αναδιάταξη ισχύος;

Η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν φαίνεται να εισέρχεται σε φάση στρατηγικής αβεβαιότητας.

Η αδυναμία επίτευξης αποφασιστικού πλήγματος, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη οικονομική πίεση, δημιουργεί συνθήκες παρατεταμένης σύγκρουσης χωρίς σαφή έκβαση.

Σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο η διάρκεια του πολέμου στο Ιράν και η επάρκεια των οπλικών συστημάτων, αφήνοντας ανοιχτά τα σενάρια χερσαίας επέμβασης, αλλά και το κατά πόσο μπορεί να αποφευχθεί μια ευρύτερη περιφερειακή ή και παγκόσμια αποσταθεροποίηση όσο η εξίσωση δεν βρίσκει λύση.