Οι προοπτικές για άμεση διπλωματική αποκλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εμφανίζονται πλέον εξαιρετικά περιορισμένες, καθώς σε αδιέξοδο φαίνεται πως οδηγείται η προσπάθεια του Πακιστάν να φιλοξενήσει ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν.
Στο μεταξύ οι τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο του πολέμου υπονομεύουν κάθε ενδεχόμενο έναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει η Wall Street Journal, οι δίαυλοι επικοινωνίας που υπήρχαν σε παρασκηνιακό επίπεδο έχουν ουσιαστικά παγώσει, με τις δύο πλευρές να απομακρύνονται αντί να συγκλίνουν.
Στο μεταξύ ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε αργά το βράδυ της Παρασκευής στο NBC ότι η κατάρριψη του F-15 από το Ιράν «δεν θα επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις».
«Απαράδεκτες οι απαιτήσεις των ΗΠΑ»
Το Ιράν έχει δηλώσει επίσημα στους μεσολαβητές ότι δεν είναι διατεθειμένο να συναντηθεί με Αμερικανούς αξιωματούχους στο Ισλαμαμπάντ τις επόμενες ημέρες και θεωρεί τις απαιτήσεις των ΗΠΑ απαράδεκτες, αναφέρει το δημοσίευμα.
Μια ανώνυμη πηγή είπε στο ημι-επίσημο πρακτορείο ειδήσεων του Ιράν Fars σήμερα, Παρασκευή 3/4, πως η Τεχεράνη απέρριψε μια αμερικανική πρόταση για την εφαρμογή μιας 48ωρης κατάπαυσης του πυρός.
Η πηγή ανέφερε πως η πρόταση διατυπώθηκε την Τετάρτη -μέσω μιας άλλης χώρας- την οποία δεν κατονόμασε. Προς το παρόν δεν υπάρχει κάποιο άμεσο σχόλιο ούτε επιβεβαίωση από τις ΗΠΑ.
Σημειώνεται επίσης ότι η Τουρκία και η Αίγυπτος αναζητούν μια λύση στο διπλωματικό αδιέξοδο και εξετάζουν εναλλακτικούς τόπους για τη διεξαγωγή των συνομιλιών, όπως το Κατάρ ή η Κωνσταντινούπολη.
Παρά τις αρχικές ενδείξεις ότι θα μπορούσε να υπάρξει διπλωματική κινητικότητα, η ένταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και οι αμοιβαίες απειλές έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι συνομιλίες καθίστανται πολιτικά και στρατηγικά δύσκολες.
Κομβικό ρόλο στην επιδείνωση του κλίματος διαδραματίζει η κλιμάκωση των επιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου, αλλά και η αδυναμία συμφωνίας σε βασικούς όρους για κατάπαυση του πυρός.
Αυξάνουν την πίεση οι ΗΠΑ
Η Τεχεράνη φέρεται να επιμένει σε προϋποθέσεις που η Ουάσινγκτον θεωρεί μη αποδεκτές, ενώ από την άλλη πλευρά οι ΗΠΑ συνεχίζουν να αυξάνουν την πίεση, τόσο στρατιωτικά όσο και οικονομικά.
Παράλληλα, το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών εντείνει την πολυπλοκότητα της κατάστασης.
Η αμερικανική ηγεσία εμφανίζεται διχασμένη ανάμεσα στην ανάγκη για επίτευξη μιας συμφωνίας και στην επιθυμία να μην δοθεί η εντύπωση υποχώρησης. Αντίστοιχα, η ιρανική πλευρά προβάλλει στάση αντοχής, εκτιμώντας ότι μπορεί να διαπραγματευτεί από ισχυρότερη θέση όσο συνεχίζονται οι πιέσεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι ένα αδιέξοδο, στο οποίο η διπλωματία υποχωρεί μπροστά στη στρατιωτική πραγματικότητα. Όπως επισημαίνεται, ακόμη και αν υπάρξει νέα προσπάθεια διαλόγου, αυτή θα απαιτήσει σημαντική αποκλιμάκωση στο πεδίο των συγκρούσεων — κάτι που, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.