Bruegel: Τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει τώρα η Ευρώπη για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση του Ιράν

Γιατί είναι ευνοημένες οι χώρες με ΑΠΕ και πώς επηρεάζει την Ευρώπη η ετήσια άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου

Το Karmol LNGT Africa βρίσκεται ελλιμενισμένο στον κόλπο του Ντακάρ, στη Σενεγάλη, στις 24 Μαρτίου 2026. Το Karmol είναι μια πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU) που παραλαμβάνει, αποθηκεύει και μετατρέπει το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) σε αέρια μορφή © EPA / JEROME FAVRE

Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι λιγότερο εκτεθειμένα σε ενεργειακές κρίσεις -δηλαδή όταν οι τιμές των ορυκτών καυσίμων παρουσιάζουν μεγάλες και απότομες ανατιμήσεις- είναι αυτά που τροφοδοτούν το εγχώριο δίκτυο ηλεκτροδότησης στην Ευρώπη, κυρίως, με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), πυρηνική ενέργεια ή άλλες μεθόδους παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας, καταλήγει έρευνα του ινστιτούτου ερευνών Bruegel.

Ακόμη και αν το κόστος ηλεκτροδότησης οδηγηθεί σε υψηλότερα επίπεδα στα κράτη-μέλη με ανεπτυγμένες ΑΠΕ, σταθεροποιείται στην πορεία σε χαμηλότερα επίπεδα συγκριτικά με τις χώρες που εξαρτώνται επί το πλείστον από ορυκτά καύσιμα και ειδικότερα το φυσικό αέριο.

Οι αναλυτές του Bruegel συστήνουν, επίσης, στις κυβερνήσεις να αποφύγουν παρεμβάσεις στη λειτουργία των αγορών και μέτρα για τη στήριξη της κατανάλωσης, όπως έπραξαν στην ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. «Αυτό θα ήταν λάθος», αναφέρεται στην έκθεση, προσθέτοντας ότι ωφέλιμα είναι μόνο τα στοχευμένα μέτρα που απευθύνονται στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Ωστόσο μέτρα σαν «το πλαφόν των τιμών χονδρικής, η επιδότηση του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, ο διαχωρισμός των ορυκτών καυσίμων από τις ΑΠΕ ή η προσπάθεια είσπραξης υπερκερδών από τις ΑΠΕ θα διαστρέβλωναν την πορεία των τιμών και κατ’ επέκταση την προσαρμογή της ζήτησης και τις επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια». Ούτε θα πρέπει να ανοίξει ξανά το κεφάλαιο του ρωσικού φυσικού αερίου διότι έτσι η Ευρώπη θα οπισθοχωρούσε σε μια σχέση ενεργειακής εξάρτησης, υπογραμμίζει το Bruegel.

Μολονότι η ΕΕ βρίσκεται σε λιγότερο δυσμενή θέση συγκριτικά με τις συνθήκες που επικράτησαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προ τετραετίας, οι προκλήσεις αναμένεται να μεγεθυνθούν ιδιαίτερα εάν συνεχιστεί ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον Ιράν που έχει επεκταθεί σε περιφερειακή σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο. Η ετήσια άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου κατά, τουλάχιστον, 70% αποδίδεται στον πόλεμο που διεξάγεται στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εδώ και πέντε εβδομάδες, ακινητοποιώντας τη διεθνή ναυτιλία σε μια από τις κεντρικές αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου.

Όσα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν ενσωματώσει τις ΑΠΕ και έχουν μειώσει τη χρήση φυσικού αερίου στο ενεργειακό τους μείγμα παρουσιάζουν χαμηλότερες τιμές στο ηλεκτρικό ρεύμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ισπανία. Η ραγδαία ανάπτυξη της αιολικής και ηλιακής ενέργειας μείωσε το ποσοστό του χρονικού διαστήματος που το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος από 75% το 2019 σε μόλις 15% το 2026. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μείωση σε σχέση με κάθε άλλη αγορά στην Ευρώπη.

Μετά το ξέσπασμα του πολέμου υπήρξε απότομη άνοδος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ισπανία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά έπειτα σταθεροποιήθηκαν σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα. Όπως αναφέρει το Bruegel, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ισπανία για το υπόλοιπο του 2026 προβλέπεται να κυμανθεί περίπου στα 66 ευρώ τη μεγαβατώρα (MWh), δηλαδή χαμηλότερη κατά το ήμισυ από την Ιταλία όπου το φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στο 90% του χρόνου.

Οι διαφορές είναι, επίσης, μεγάλες μεταξύ Ισπανίας και Ελλάδας. Στην πρώτη περίπτωση, η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά χονδρικής κυμαίνονταν χαμηλότερα από τα 20 ευρώ τη μεγαβατώρα στα τέλη Μαρτίου ενώ στην τελευταία, δηλαδή στην Ελλάδα, έφτανε σχεδόν τα 92,5 ευρώ τη μεγαβατώρα. Στην Ιταλία, δε, προσέγγιζε τα 135 ευρώ τη μεγαβατώρα. Στην Ιταλία και την Ελλάδα, η συνδρομή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα έφθανε πέρσι το 40% και 38%, αντίστοιχα. Στην Ισπανία, το ανάλογο ποσοστό περιορίζονταν στο 20%, με τις ΑΠΕ να καλύπτουν το 56% της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και η πυρηνική ενέργεια το υπόλοιπο 20%. Αν και στην Ιταλία και την Ελλάδα το ποσοστό των ΑΠΕ είναι σημαντικό στο 41% και 50%, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει βαρύτητα το ενεργειακό μείγμα που τροφοδοτεί στα δίκτυα ηλεκτροδότησης των χωρών αυτών.

Οι αναλυτές του Bruegel τονίζουν πως η ΕΕ θα πρέπει να αποφύγει, επίσης, να παραμερίσει το σύστημα διαπραγμάτευσης των εκπομπών ρύπων διότι έτσι θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την αύξηση της χρήσης των  ορυκτών καυσίμων. Υπονομεύοντας το χρηματιστήριο ρύπων, η ΕΕ θα στερούνταν, επίσης, έσοδα από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων εκπομπών, τα οποία χρησιμοποιούν οι χώρες-μέλη για να χρηματοδοτήσουν τη βιομηχανική μετάβαση. Εάν υπάρχει ένα ασφαλές συμπέρασμα που προκύπτει από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία συνεχίζεται από τον Φεβρουάριο του 2022, και τον πρόσφατο πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον Ιράν είναι πως η μεγάλη εξάρτηση των οικονομιών στα ορυκτά καύσιμα τις καθιστούν έρμαια σε ακραία γεωπολιτικά γεγονότα.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και αν υπάρξει εκεχειρία μεταξύ των δυο εμπόλεμων πλευρών μέσα στο επόμενο διάστημα, οι επιπτώσεις των αντιποίνων των Ιρανών στις εναέριες επιδρομές των Αμερικανών και των Ισραηλινών είναι τεράστιες. Θα χρειαστεί χρόνος για την αποκατάσταση πληγμάτων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις των αραβικών χωρών του Περσικού Κόλπου, με το Κατάρ να εκτιμά πως οι εργασίες στις δυο από τις 14 μονάδες υγροποίησης φυσικού αερίου του κοιτάσματος North Filed θα διαρκέσουν από τρία έως πέντε χρόνια.

Από το 2022, όταν κατέρρευσε το κλίμα συνεργασίας με τη Μόσχα στην ενέργεια, η ΕΕ μείωσε την εξάρτησή της στο ρωσικό φυσικό αέριο από το 45% σε μόλις 13% το 2025. Κύριοι προμηθευτές των κρατών-μελών είναι πια οι ΗΠΑ, η Νορβηγία και άλλες χώρες. Το Κατάρ αντιπροσωπεύει μόνο το 4% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ και το 8% των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Ωστόσο το νέο πολεμικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή έχει περιορίσει την παγκόσμια ημερήσια προσφορά LNG κατά 300 εκατ. κυβικά  μέτρα, γεγονός που σημαίνει ότι οι ανοδικές πιέσεις στις αγορές θα επιμείνουν για αρκετό καιρό ακόμη.

Με τα αποθέματα φυσικού αερίου να έχουν μειωθεί στο 28% του συνολικού αποθηκευτικού χώρου, αντανακλώντας το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, θα είναι δυσκολότερο να φτάσουν το 80% μέχρι τον Νοέμβριο –ένα ποσοστό που θεσπίστηκε από την ΕΕ μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία ως δικλείδα ασφαλείας.  «Εάν οι τιμές του φυσικού αερίου αυξηθούν στα 60 ευρώ τη μεγαβατώρα (MWh) από τα 50 ευρώ που ισχύουν σήμερα στην ολλανδική αγορά TTF, τότε το κόστος για την αναπλήρωση των αποθεμάτων εκτιμάται ότι θα κινηθεί στα 35 δισ. ευρώ. Θετικό ρόλο διαδραματίζει το γεγονός ότι η συνολική ζήτηση για φυσικό αέριο έχει μειωθεί  στην ΕΕ κατά το ένα πέμπτο από το 2021 χάρις σε εναλλακτικές πηγές.

Εντούτοις, προκειμένου να περιοριστούν οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές μέσα στους επόμενους μήνες λόγω της συγκέντρωσης αποθεμάτων εν όψει του επόμενου χειμώνα, η ΕΕ θα μπορούσε να συντονίσει τις παραγγελίες της με άλλες χώρες. Το Bruegel επισημαίνει ότι η ΕΕ μαζί με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα αναλογούν στο 60% της παγκόσμιας ζήτησης LNG. «Οπότε κοινές ενέργειες ακόμη και για την εξοικονόμηση ενέργειας μπορεί να βοηθήσει στο να αποφευχθούν υπερβολικές ανατιμήσεις». Ούτως ή άλλως θα ήταν προς το συμφέρον όλων, δεδομένου ότι το μεγαλύτερος όγκος LNG που περνά τα Στενά του Ορμούζ καταλήγει στην Ασία.