Πώς θα σωθεί το ΝΑΤO: O Mαρκ Ρούτε σε ειδική αποστολή

Ενώ ο Τραμπ απειλεί με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, ο πόλεμος στο Ιράν διχάζει τη Συμμαχία και ο Ρούτε σπεύδει στην Ουάσιγκτον για να περιορίσει τη ζημιά

Μαρκ Ρούτε © EPA/OLIVIER HOSLET

Ο Μαρκ Ρούτε έχει αποκτήσει τη φήμη του «γητευτή του Τραμπ», καθώς οι κολακείες του προς τον Αμερικανό πρόεδρο συχνά αγγίζουν τα όρια της αμηχανίας.

Την Τετάρτη,σύμφωνα με τη Handelsblatt ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ μεταβαίνει εκ νέου στην Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας απευθείας συνομιλίες με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος, άλλωστε, επανέρχεται όλο και συχνότερα, μέσα από συνεντεύξεις, σε αμφισβητήσεις για τη συμμετοχή των ΗΠΑ στη διατλαντική συμμαχία.

Έχει χαρακτηρίσει το ΝΑΤΟ «χάρτινη τίγρη», δηλώνοντας ακόμη και ότι του προκαλεί «αηδία». Σε αυτό το κλίμα, δεν αποκλείεται η υποδοχή του Ρούτε αυτή τη φορά να είναι αισθητά πιο ψυχρή. Υπενθυμίζεται ότι στις αρχές Μαρτίου, κατά την επίσκεψη του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε πάντως μιλήσει με θερμά λόγια για τους Ολλανδούς, χαρακτηρίζοντάς τους «φανταστικούς».

Ακόμη και παραδοσιακοί υποστηρικτές της Συμμαχίας, όπως ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, έχουν αρχίσει εσχάτως να εκφράζουν επιφυλάξεις για τη χρησιμότητά της.

Στο παρασκήνιο, καθοριστικό ρόλο παίζει η ένταση με βασικούς Ευρωπαίους συμμάχους με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται ιδιαίτερα ενοχλημένη από την απόφαση χωρών όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία να αρνηθούν δικαιώματα υπερπτήσεων στην αμερικανική πολεμική αεροπορία, περιορίζοντας παράλληλα τη χρήση στρατιωτικών βάσεων.

Μέσα σε αυτό το φορτισμένο περιβάλλον, ο Ρούτε θα επιχειρήσει, στις επαφές του με τον Τραμπ, τον Ρούμπιο και τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, να ρίξει τους τόνους και να αποτρέψει περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων.

Το γνώριμο όπλο των απειλών

Είναι σαφές ότι ο Τραμπ αρέσκεται να χρησιμοποιεί απειλές για αποχώρηση από τη στρατιωτική συμμαχία, προκειμένου να επιβάλει τους δικούς του πολιτικούς στόχους. Έτσι συνέβη πέρυσι, όταν ανάγκασε τα 32 κράτη μέλη να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% της οικονομικής τους απόδοσης.

Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί λόγο για εφησυχασμό. Η κατάσταση είναι σοβαρή, σύμφωνα με εκτιμήσεις Ευρωπαίων διπλωματών. Εξάλλου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει στη διάθεσή του διάφορα μέσα για να επιβάλει τη θέλησή του.

Μέσο πίεσης 1: Μείωση ή διακοπή βοήθειας προς Ουκρανία

Στο πιο ευαίσθητο σημείο θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να ασκήσουν πίεση στους Ευρωπαίους, περιορίζοντας περαιτέρω —ή ακόμη και διακόπτοντας— τη στήριξη προς την Ουκρανία. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι θεωρεί την άμυνα της χώρας απέναντι στη ρωσική εισβολή πρωτίστως ευρωπαϊκή υπόθεση.

Παρά ταύτα, σε κρίσιμους τομείς όπως η αεράμυνα, αλλά και η δορυφορική επιτήρηση και επικοινωνία, το Κίεβο εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο πλαίσιο της λεγόμενης πρωτοβουλίας Purl, οι Αμερικανοί συνεχίζουν να παραδίδουν εξοπλισμό στην Ουκρανία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτός χρηματοδοτείται από Ευρωπαίους και άλλες χώρες που στηρίζουν το Κίεβο.

Την ίδια ώρα, πολύτιμα και περιορισμένα μέσα —όπως οι πύραυλοι για τα συστήματα Patriot— δεν είναι απαραίτητα μόνο στην Ουκρανία, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως τα κράτη του Κόλπου που βρίσκονται αντιμέτωπα με ιρανικές επιθέσεις.

Μετά τη σύνοδο των ΥΠΕΞ της G7 στα τέλη Μαρτίου στη Γαλλία, ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σίμπιχα παραδέχθηκε ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει την ανακατεύθυνση οπλικών συστημάτων από το πρόγραμμα Purl προς τον Περσικό Κόλπο, λόγω των αυξημένων αναγκών εκεί.

Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που τίθεται τέτοιο ζήτημα: ήδη από το περασμένο καλοκαίρι, η αμερικανική κυβέρνηση είχε παγώσει κατά διαστήματα τις αποστολές όπλων προς την Ουκρανία, επικαλούμενη τον κίνδυνο εξάντλησης των δικών της αποθεμάτων.

Μέσο πίεσης 2: Μερική απόσυρση από την Ευρώπη

Όπως και στην περίπτωση της Ουκρανίας, έτσι και οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις ΗΠΑ — ήδη και μόνο λόγω της πυρηνικής ομπρέλας. Το ερώτημα αν η Ευρώπη θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς την αμερικανική συνδρομή παραμένει ανοιχτό. «Συνεχίστε να ονειρεύεστε», είχε απαντήσει σκωπτικά ο Μαρκ Ρούτε σε ευρωβουλευτές στις Βρυξέλλες, στα τέλη Ιανουαρίου.

Σε κρίσιμους τομείς, όπως οι στρατηγικές μεταφορές, οι δορυφορικές δυνατότητες, οι υπηρεσίες πληροφοριών, η επιχειρησιακή διοίκηση και τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς, η Συμμαχία θα βρισκόταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση χωρίς τις ΗΠΑ.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο προκάτοχος του Τραμπ, Τζο Μπάιντεν, είχε δεσμευθεί να αναπτύξει στη Γερμανία πυραύλους Tomahawk μεγάλου βεληνεκούς — ένα κενό που η Ευρώπη δεν μπορεί να καλύψει μόνη της. Μια τέτοια στήριξη θα μπορούσε πλέον να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Παράλληλα, δεν αποκλείεται περαιτέρω μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. «Οι ΗΠΑ δεν θα είναι πλέον εκεί για να σας βοηθήσουν, όπως εσείς δεν είστε εκεί για εμάς», προειδοποίησε πρόσφατα ο Τραμπ.

Στο ακραίο σενάριο, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε ακόμη και να αποφύγει να παρέμβει σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, όπως για παράδειγμα στις χώρες της Βαλτικής.

Ήδη από το 2025, ο Τραμπ είχε προκαλέσει ανησυχία αμφισβητώντας έμμεσα τη δέσμευση των ΗΠΑ, κάνοντας λόγο για «πολλούς διαφορετικούς ορισμούς» του Άρθρου 5.

Η ρήτρα αυτή προβλέπει ότι επίθεση σε ένα μέλος θεωρείται επίθεση σε όλα — αν και η μορφή της συνδρομής δεν είναι κατ’ ανάγκη στρατιωτική.

«Η Ρωσία δεν θεωρείται απειλή»

Το ερώτημα παραμένει: θα άφηνε πράγματι ο Τραμπ την Ευρώπη εκτεθειμένη απέναντι σε μια ρωσική απειλή; Ενδεικτική είναι η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ που δημοσιεύθηκε στα τέλη του περασμένου έτους.

Σε αυτήν, η Ρωσία δεν παρουσιάζεται πλέον ως βασική απειλή, σε αντίθεση με την πρώτη θητεία Τραμπ. Αντιθέτως, δίνεται έμφαση στην ανάγκη «στρατηγικής σταθερότητας» μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Μέσο πίεσης 3: Δασμοί ως συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα

Ο Τραμπ, όπως εξηγεί το δημοσίευμα, έχει δείξει ότι δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει και οικονομικά εργαλεία για να επιβάλει τις θέσεις του, όταν η διπλωματία δεν αποδίδει. Στην υπόθεση της Γροιλανδίας —την οποία θα επιθυμούσε να εντάξει στις ΗΠΑ— απείλησε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες με τιμωρητικούς δασμούς, επειδή έστειλαν μικρές αποστολές στο νησί στο πλαίσιο στρατιωτικών προετοιμασιών.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και απέναντι στην Ισπανία. Ο Πέδρο Σάντσεθ είναι ο μόνος ηγέτης χώρας του ΝΑΤΟ που απορρίπτει την αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ, ενώ παράλληλα έχει ασκήσει έντονη κριτική στον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο στο Ιράν και έχει αρνηθεί δικαιώματα υπερπτήσεων.

«Η Ισπανία συμπεριφέρεται φρικτά», είχε δηλώσει ο Τραμπ, φτάνοντας στο σημείο να απειλήσει ακόμη και με διακοπή εμπορικών σχέσεων, μετά την απαγόρευση χρήσης αμερικανικών βάσεων στη Μεσόγειο.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, αυτές οι απειλές δεν απέδωσαν. Οι δασμοί για τη Γροιλανδία αποσύρθηκαν μετά από συνεννόηση με το ΝΑΤΟ, χωρίς να επιτευχθεί ο στόχος της Ουάσιγκτον. Αντίστοιχα, και η εμπορική σύγκρουση με την Ισπανία εκτονώθηκε.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκαθάρισε ότι η εμπορική πολιτική αποτελεί αρμοδιότητα της ΕΕ συνολικά. «Μια απειλή κατά ενός κράτους-μέλους είναι απειλή κατά ολόκληρης της Ένωσης», τόνισε ο αντιπρόεδρος Στεφάν Σεζουρνέ.

Μέσο πίεσης 4: Η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ως έσχατη λύση

Παραμένει ασαφές αν ο Τραμπ εξετάζει σοβαρά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Σήμερα, η Ουάσιγκτον καλύπτει πάνω από το 60% των αμυντικών δαπανών της Συμμαχίας.

«Πρέπει να επανεξετάσουμε την αξία του ΝΑΤΟ για τη χώρα μας», δήλωσε ο Μάρκο Ρούμπιο στο Fox News, εκφράζοντας μια γραμμή που έχει διατυπωθεί και από τον ίδιο τον Τραμπ.

Ωστόσο, μια τέτοια απόφαση δεν είναι απλή: απαιτεί την έγκριση του Κογκρέσου. Μάλιστα, το 2023, ο ίδιος ο Ρούμπιο, ως γερουσιαστής τότε, είχε συμβάλει στη θέσπιση νόμου που προβλέπει ότι η αποχώρηση προϋποθέτει πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία ή συνολική έγκριση του Κογκρέσου.

Πέρα από τα θεσμικά εμπόδια, υπάρχει και η ουσία: ακόμη και οι ΗΠΑ αποκομίζουν σημαντικά οφέλη από τη Συμμαχία.

Όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο Ρούμπιο, το ΝΑΤΟ επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να διατηρεί στρατιωτική παρουσία σε κρίσιμες περιοχές του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένου μεγάλου μέρους της Ευρώπης.

Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται και ένα πρακτικό ερώτημα: θα ρίσκαρε πράγματι ο Τραμπ να θέσει σε κίνδυνο κομβικές υποδομές όπως το Ραμστάιν στη Γερμανία ή το Ιντσιρλίκ στην Τουρκία, που αποτελούν πυλώνες της παγκόσμιας στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ;

Σε κάθε περίπτωση, μια ενδεχόμενη αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ δεν θα είχε μόνο κόστος για τους συμμάχους τους, αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί και μπούμερανγκ για την ίδια την Ουάσιγκτον.