Η ραγδαία αύξηση των αμυντικών δαπανών παγκοσμίως δημιουργεί ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στα δημόσια οικονομικά, προειδοποιεί το ΔΝΤ, επισημαίνοντας ότι η χρηματοδότηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων βασίζεται κυρίως σε νέο δανεισμό και διεύρυνση των ελλειμμάτων.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση που βασίζεται σε στοιχεία από περισσότερες από 160 χώρες, και καλύπτει την περίοδο από το 1946 έως σήμερα, το ΔΝΤ εντόπισε 215 κύκλους αύξησης στρατιωτικών δαπανών.
Οι κύκλοι αυτοί, που διαρκούν κατά μέσο όρο περίπου 2,5 χρόνια, γίνονται πλέον πιο συχνοί, ιδιαίτερα μετά το 2020, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις εντείνονται.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι σε μια «τυπική» περίοδο αύξησης των αμυντικών δαπανών, περίπου τα δύο τρίτα της χρηματοδότησης προέρχονται από ελλείμματα.
Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά: τα δημοσιονομικά ελλείμματα επιδεινώνονται κατά περίπου 2,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα σε τρία χρόνια, ενώ το δημόσιο χρέος αυξάνεται κατά περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες.
Το ΔΝΤ είχε ήδη προειδοποιήσει για υποβάθμιση της παγκόσμιας ανάπτυξης λόγω του πολέμου στο Ιράν, τονίζοντας ότι η οικονομία είναι λιγότερο προετοιμασμένη για νέα σοκ και ενεργειακές αναταράξεις.
Επίσης το ΔΝΤ προετοιμάζεται να αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, ως άμεση συνέπεια του πολέμου στο Ιράν, σύμφωνα με δηλώσεις της επικεφαλής του Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα.
Μεγαλύτερο το πρόβλημα σε περιόδους πολέμου
Σε περιόδους πολέμου, το κόστος είναι ακόμη μεγαλύτερο. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος μπορεί να εκτιναχθεί έως και κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ οι κοινωνικές δαπάνες μειώνονται σε πραγματικούς όρους, καθώς οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να ανακατανείμουν πόρους προς την άμυνα.
Παραδείγματα χωρών καταδεικνύουν την τάση αυτή. Στη Γερμανία και τη Γαλλία, οι αμυντικές δαπάνες έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και της πίεσης για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο νέος προϋπολογισμός προβλέπει σημαντική ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών, την ώρα που το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, μεταξύ 7% και 8% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια .
Αντίστοιχα, στη Φινλανδία, η αύξηση των αμυντικών δαπανών αναμένεται να διατηρήσει το έλλειμμα πάνω από το όριο του 3% του ΑΕΠ και να οδηγήσει το δημόσιο χρέος κοντά στο 95% του ΑΕΠ έως το τέλος της δεκαετίας .
348 τρισ. δολάρια το παγκόσμιο χρέος
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Το συνολικό χρέος έχει φτάσει το ιστορικό υψηλό των 348 τρισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025, με σημαντικό μέρος της αύξησης να συνδέεται με την ενίσχυση των δαπανών για την εθνική ασφάλεια .
Παρά το γεγονός ότι οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες μπορούν να ενισχύσουν βραχυπρόθεσμα την οικονομική δραστηριότητα, μέσω αύξησης της κατανάλωσης και των επενδύσεων, το ΔΝΤ τονίζει ότι ο πολλαπλασιαστής τους είναι περιορισμένος.
Σε πολλές περιπτώσεις, η αύξηση της παραγωγής είναι σχεδόν ανάλογη της δαπάνης, χωρίς να δημιουργείται ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική.
Εξοπλισμοί από το εξωτερικό
Επιπλέον, όταν οι εξοπλισμοί προέρχονται από το εξωτερικό, τα οφέλη για την εγχώρια οικονομία είναι ακόμη μικρότερα, καθώς ένα σημαντικό μέρος των κεφαλαίων κατευθύνεται εκτός συνόρων.
Η έκθεση αναδεικνύει και μια κρίσιμη διάσταση: το «κόστος ευκαιρίας». Σε περίπου ένα τέταρτο των περιπτώσεων, οι αυξήσεις στις στρατιωτικές δαπάνες χρηματοδοτήθηκαν μέσω περικοπών σε άλλους τομείς, όπως η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική πρόνοια.
Την ίδια στιγμή, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι χώρες που εμπλέκονται σε πολεμικές συγκρούσεις καταγράφουν κατά μέσο όρο μείωση της οικονομικής δραστηριότητας κατά 7% σε βάθος πενταετίας, με τις επιπτώσεις να διαρκούν για περισσότερο από μια δεκαετία .
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, το Ταμείο προειδοποιεί ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να λάβουν δύσκολες αποφάσεις, ισορροπώντας ανάμεσα στην ενίσχυση της ασφάλειας και στη διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών.
Οι επιλογές αυτές, όπως επισημαίνεται, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας τα επόμενα χρόνια.