Μπορεί ο Αμερικάνος Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ να οραματίζεται διαρκώς την μετατροπή του Δυτικού Ημισφαιρίου σε μία «σφαίρα επιρροής» με αυτόνομη εξωτερική πολιτική και καμία εξάρτηση από υπερδυνάμεις όπως η Κίνα, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν μπορεί να καταστεί εφικτό όσο οι γεωπολιτικές συγκρούσεις της στρατιωτικής εκστρατείας των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν βρίσκονται εν εξελίξει.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, που σταμάτησε προσωρινά λόγω της εκεχειρίας, αφήνει το αποτύπωμά της παγκοσμίως, αλλά ο αντίκτυπος γίνεται ακόμη πιο αισθητός στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής τόσο σε επίπεδο νευρικότητας των αγορών ενέργειας όσο και σε επίπεδο πολιτικής, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ίδια τη βιωσιμότητα του λεγόμενου «Δόγματος Μονρόε». Η εκεχειρία δύο εβδομάδων που ανακοίνωσε ο Τραμπ το βράδυ της 7ης Απριλίου δίνει μεν μια προσωρινή ανάσα, δεν αίρει όμως τη δομική αντίφαση ότι ένας πόλεμος σε αναστολή παραμένει πόλεμος, και μαζί του εξακολουθούν να υφίστανται ερωτήματα σχετικά με την ενεργειακή αυτονομία του Δυτικού Ημισφαιρίου.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος, ουκ ολίγες φορές, δεν έχει διστάσει να δείξει ότι επιλέγει μια ιδιαίτερα επιθετική εκδοχή της θέσης που διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1823 από τον πέμπτο πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζέιμς Μονρόε. Η συγκεκριμένη πολιτική αποτέλεσε την πρώτη επίσημη αμερικανική διακήρυξη που προέβλεπε ότι το Δυτικό Ημισφαίριο,και πρωτίστως η Λατινική Αμερική, δεν θα μπορούσε να αποτελεί ζώνη επιρροής των δυνάμεων του «παλαιού κόσμου», δηλαδή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, αλλά αποκλειστικά των ΗΠΑ, όπως υπενθυμίζει το Politico.
Σχεδόν διακόσια χρόνια αργότερα, ο Τραμπ επιστρέφει σε αυτή την παράδοση στοχεύοντας όχι πλέον στις ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις, αλλά στην Κίνα και στις αριστερές κυβερνήσεις της περιοχής και αυτό παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε επανειλημμένως δηλώσει ότι τάσσεται κατά του αμερικανικού παρεμβατισμού εκτός συνόρων. Αρκεί να θυμηθεί κανείς μάλιστα και την πρόσφατη επιχείρηση απαγωγής του Προέδρου της Βενεζουέλας Νίκολας Μαδούρο.
Επί του παρόντος και σύμφωνα με τα στοιχεία του Politico, στο πλαίσιο της επαναστόχευσης στρατηγικών πόρων στο Δυτικό Ημισφαίριο, η κυβέρνηση του Ντ. Τραμπ εργάστηκε επιθετικά κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους για να διασφαλίσει την εκλογή μιας σειράς δεξιών ηγετών στη Λατινική Αμερική, δημιουργώντας ένα «δεξιό τείχος» προστασίας. Για να καταστεί αυτό εφικτό, προχώρησε στη χορήγηση χάρης στον πρώην ηγέτη της Ονδούρας, σύμμαχο του νυν προέδρου Νάσρι Ασφούρα, παρά την καταδίκη του για διακίνηση ναρκωτικών από αμερικανικό ομοσπονδιακό δικαστήριο, ενώ παράλληλα επέκτεινε και τη στρατιωτική συνεργασία με τον δεξιό ηγέτη του Ισημερινού, Ντανιέλ Νόμποα, καθώς η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει τις ανερχόμενες συμμορίες στη μικρή ανδική χώρα.
Επιπροσθέτως, ενορχήστρωσε ένα φιλόδοξο οικονομικό εγχείρημα για τη σταθεροποίηση της οικονομίας της Αργεντινής, ενόψει των κρίσιμων βουλευτικών εκλογών, ενισχύοντας κατ’ αυτό το τρόπο τις πολιτικές τύχες δεξιών ηγετών σε ολόκληρη την περιοχή, με τις ΗΠΑ να εξασφαλίζουν τους εταίρους που χρειάζονται για την εκστρατεία τους κατά των καρτέλ ναρκωτικών και της παράνομης μετανάστευσης.
Η εξάρτηση της Λατινικής Αμερικής από τις παγκόσμιες αγορές
Μπορεί οι δεξιοί ηγέτες που ευνοήθηκαν πολιτικά κατά την περίοδο Τραμπ να κατάφεραν να εκλεγούν και η γενικότερη στροφή προς τα δεξιά να θεωρήθηκε αρχικά επιτυχής, ωστόσο η βιωσιμότητα αυτής της πολιτικής τάσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις οικονομικές εξελίξεις.
Εάν η οικονομική κατάσταση επιδεινωθεί εξαιτίας των διεθνών συγκρούσεων και της ενεργειακής κρίσης, οι πολίτες ενδέχεται να τους γυρίσουν την πλάτη, μετατρέποντας τη δεξιά αυτή άνοδο σε μια βραχυπρόθεσμη και παροδική επιτυχία. Οι αυξημένες τιμές καυσίμων και οι διαταραχές τρίτης τάξης που σχετίζονται με τις αναστατώσεις στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, συμπεριλαμβανομένων των φόβων για παγκόσμιες ελλείψεις λιπασμάτων, αρχίζουν να κάνουν τη ζωή πιο δύσκολη για αυτούς τους Λατινοαμερικανούς ηγέτες. Η τρέχουσα σύγκρουση στο Ιράν λειτουργεί ως ο απόλυτος αποσταθεροποιητής, αφού οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, με το Ιράν να διατηρεί αποκλεισμένο το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εφοδιασμού LNG, απαγορεύοντας την διέλευση των πλοίων σε αυτή τη ζωτική πλωτή οδό, έχουν προκαλέσει ένα ντόμινο αρνητικών εξελίξεων, δημιουργώντας σημαντικά κενά στην αγορά.
Ουσιαστικά ο πόλεμος δημιουργεί δύο άμεσα χτυπήματα στη Λατινική Αμερική:
- Ακριβό πετρέλαιο, που αυξάνει το κόστος μεταφορών, της παραγωγής και γενικότερα της καθημερινής ζωής,
- Έλλειψη λιπασμάτων, καθώς τα Στενά του Ορμούζ είναι κρίσιμο για τη διακίνησή τους. Η Λατινική Αμερική έχει αγροτικές/εμπορευματικές οικονομίες που εξαρτώνται απόλυτα από λιπάσματα
Φυσικά, η κατακόρυφη αύξηση των τιμών των καυσίμων, συνδυαστικά με τις επικείμενες ελλείψεις σε λιπάσματα, ζωτικής σημασίας για τις αγροτικές οικονομίες της περιοχής, πνίγουν τους ηγέτες που η διοίκηση Τραμπ με τόσο κόπο στήριξε. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη τορπίλισε και το «Δόγμα Μονρόε», αφού οι δεξιοί ηγέτες της Λατινικής Αμερικής ανήλθαν στην εξουσία με υποσχέσεις για οικονομική ανάκαμψη, ασφάλεια και μείωση της εγκληματικότητας, σενάρια που θα είναι όλο και πιο απίθανα όσο η οικονομία χειροτερεύει. Συνεπώς, οι εξωγενείς αυτοί παράγοντες, οι κοινωνικές πιέσεις, η δυσαρέσκεια που αυξάνονται, αλλά και η αδυναμία οικονομικής ανάκαμψης εξαιτίας του πολέμου θα καθιστούν τις συγκεκριμένες κυβερνήσεις όλο και πιο ευάλωτες.
Η περίπτωση της Χιλής
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του φαινομένου, σύμφωνα με το δημοσίευμα του Politico, είναι η Χιλή, όπου η μεγαλύτερη αύξηση καυσίμων εδώ και σχεδόν μισό αιώνα έχει εκμηδενίσει κάθε «περίοδο μέλιτος» για τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο της χώρας, Χοσέ Αντόνιο Καστ, που ήταν και το μεγάλο στοίχημα του Τραμπ στη περιοχή.
Ειδικότερα, ο Χιλιανός πολιτικός και δικηγόρος ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του μόλις πριν από λίγες εβδομάδες (11 Μαρτίου) βρίσκεται ήδη κάτω από τα όρια αποδοχής στις δημοσκοπήσεις, καθώς οι ψηφοφόροι καταγγέλλουν τα πρόσφατα κυβερνητικά λάθη και τις οικονομικές διαταραχές που έχουν προκαλέσει οι εξελίξεις της Μέσης Ανατολής στο λατινοαμερικανικό κράτος.
Το νοτιότερο κράτος της αμερικανικής ηπείρου, αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα για την κυβέρνηση Τραμπ, αφού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς χαλκού στον κόσμο (το 2025 η παραγωγή της Χιλής τοποθετείται στα 5,3 εκατ. τόνους, δηλαδή περίπου στο 23% της παγκόσμιας προσφοράς) και διαθέτει εκτεταμένα αποθέματα λιθίου και άλλων κρίσιμων ορυκτών. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις της είχαν για καιρό υποδεχθεί τις κινεζικές επενδύσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε η Κίνα να έχει εδώ και χρόνια εκτοπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Χιλής.
Ο Καστ, ένας ακροδεξιός πολιτικός και θαυμαστής του δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ, δεσμεύτηκε να αλλάξει την πορεία της χώρας και να την φέρει πιο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εντούτοις, οι Χιλιανοί ψηφοφόροι απογοητευμένοι από τη στασιμότητα της οικονομίας, την αύξηση της εγκληματικότητας και τη συνεχιζόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, ζητήματα που, κατά την άποψή τους, η αριστερή κυβέρνηση του πρώην προέδρου Γκαμπριέλ Μπόριτς δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, επέλεξαν τελικά τον Καστ έναντι της υποψήφιας του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Τα προβλήματα της Χιλής, όμως, ξεπερνούν κατά πολύ το ζήτημα των υψηλών τιμών καυσίμων. Παρότι η χώρα συγκαταλέγεται στις πλουσιότερες της Λατινικής Αμερικής, παραμένει ταυτόχρονα μία από τις πιο άνισες κοινωνίες της περιοχής. Η αύξηση της εγκληματικότητας, που πολλοί συνδέουν με τη μαζική άφιξη εκατομμυρίων μεταναστών από τη Βενεζουέλα την τελευταία δεκαετία, έχει ανησυχήσει έντονα τους πολίτες μιας χώρας που για χρόνια θεωρούνταν σχετικά ασφαλής σε σύγκριση με άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Παράλληλα, η βαριά πολιτική κληρονομιά της εποχής Πινοσέτ, εξακολουθεί να επηρεάζει την πολιτική ζωή, ενώ η μακροχρόνια διεκδίκηση της μεγαλύτερης ιθαγενούς κοινότητας της χώρας, των Μαπούτσε, για μεγαλύτερη πολιτική εκπροσώπηση και δικαιώματα παραμένει ανοιχτή πληγή. Υπό αυτές τις συνθήκες, οποιοσδήποτε ηγέτης της Χιλής θα βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα εξαιρετικά σύνθετο και δύσκολο πολιτικό περιβάλλον.
Ωστόσο, ο Καστ σχεδόν σίγουρα δεν είναι ο μόνος Λατινοαμερικανός ηγέτης που θα υποστεί πλήγμα στο πολιτικό του κύρος, καθώς η σύγκρουση στο Ιράν συνεχίζει να δημιουργεί οικονομικούς πονοκεφάλους. Η Λατινική Αμερική εξαρτάται από τις εξαγωγές λιπασμάτων και το φθηνό καύσιμο για να συντηρηθούν οι οικονομίες της, που βασίζονται στις πρώτες ύλες και οι δυσχέρειες αυτές έχουν προκαλέσει αστάθεια στην περιοχή και κατά το παρελθόν.
Οι επιπτώσεις
Ο Μπέντζαμιν Γκέντεν, ο οποίος υπηρέτησε ως διευθυντής για τη Νότια Αμερική στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου κατά την κυβέρνηση Ομπάμα, υποστήριξε ότι, παρότι οι επιπτώσεις θα είναι σίγουρα «διαφοροποιημένες» από οικονομία σε οικονομία στην περιοχή, αυτές οι πιέσεις θα μπορούσαν να προσφέρουν στους ηγέτες μόνο «σύντομες περιόδους μέλιτος» και να καταστήσουν βραχύβια τη δεξιά στροφή σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
«Αυτή η δεξιά τάση θα μπορούσε να αντιστραφεί εάν η Λατινική Αμερική υποστεί οικονομική ύφεση λόγω των υψηλών τιμών καυσίμων», δήλωσε ο Γκέντεν στο Politico. «Οι ηγέτες αυτοί θα διατηρήσουν την πολιτική τους ισχύ μόνο εάν επιδείξουν πρόοδο στην υποτονική οικονομική ανάπτυξη, στη μετανάστευση και στην εγκληματικότητα – προβλήματα που είναι ακόμη πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν υπό δυσμενείς οικονομικές συνθήκες.»
Ο πόλεμος με το Ιράν που ο ίδιος ο Τραμπ ξεκίνησε – και τώρα προσπαθεί να σταματήσει με την εκεχειρία των δύο εβδομάδων – είναι ο ίδιος πόλεμος που υπονομεύει τη δική του στρατηγική στη Λατινική Αμερική. Οι επιθέσεις στο Ιράν συνεπάγονται εκτόξευση του κόστους της ενέργειας και παραγωγής, ακριβότερες μεταφορές, αδυναμία εξαγωγών πρώτων υλών και πιθανές ελλείψεις λιπασμάτων, καθιστώντας εύθραυστη την φιλοαμερικανική πολιτική στροφή που προσπάθησε «με νύχια και με δόντια» να δημιουργήσει η κυβέρνηση Τραμπ.