Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει ένα σχέδιο αναδιάταξης αμερικανικών στρατευμάτων εντός του ΝΑΤΟ, με φόντο τις έντονες διαφωνίες που προκάλεσε η στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν και τη δυσαρέσκεια του Λευκού Οίκου απέναντι σε ευρωπαϊκές χώρες που, κατά την αμερικανική εκτίμηση, δεν προσέφεραν την αναμενόμενη στήριξη.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, στο τραπέζι βρίσκεται η μεταφορά αμερικανικών δυνάμεων από χώρες που θεωρήθηκαν «απρόθυμες» ή «μη συνεργάσιμες» κατά τη διάρκεια της κρίσης, προς κράτη που στάθηκαν πιο κοντά στις θέσεις της Ουάσιγκτον. Μεταξύ των χωρών που ενδέχεται να ενισχυθούν στρατιωτικά είναι η Ελλάδα, μαζί με την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Λιθουανία.
Το σχέδιο, προς το παρόν, δεν συνιστά αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί κατά καιρούς ο Τραμπ στο παρελθόν. Ωστόσο, αποτελεί μια σαφή ένδειξη ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εξετάζει πιο επιθετικούς τρόπους πίεσης προς συμμάχους που θεωρεί ότι δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον σε μια κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία.
Η πρόταση βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και αποτελεί μία από τις επιλογές που συζητούνται στους κόλπους της αμερικανικής κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι έχει ήδη συζητηθεί σε υψηλό επίπεδο καταδεικνύει το εύρος της δυσαρέσκειας που έχει δημιουργηθεί μετά τον πόλεμο με το Ιράν και την επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–Ευρώπης. Το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε και στις δηλώσεις της εκπροσώπου Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, η οποία κατηγόρησε ευθέως τη Συμμαχία για έλλειψη στήριξης. Όπως ανέφερε, το ΝΑΤΟ «γύρισε την πλάτη στον αμερικανικό λαό» σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ, όπως υποστήριξε, σηκώνουν το κύριο βάρος της άμυνας της Ευρώπης.
Σημειώνεται πως οι ΗΠΑ διατηρούν σήμερα περίπου 84.000 στρατιώτες στην Ευρώπη, με τις βάσεις τους να αποτελούν κρίσιμο επιχειρησιακό κόμβο για αποστολές σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική. Παράλληλα, οι εγκαταστάσεις αυτές έχουν σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα στις χώρες υποδοχής.
Αν και η Ουάσιγκτον δεν έχει κατονομάσει επισήμως ποιες χώρες βρίσκονται στο στόχαστρο, αρκετά κράτη-μέλη έχουν προκαλέσει τη δυσαρέσκεια της κυβέρνησης Τραμπ. Η Ισπανία φέρεται να απαγόρευσε τη χρήση του εναέριου χώρου της από αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετείχαν στην επιχείρηση κατά του Ιράν, γεγονός που ενόχλησε ιδιαίτερα τον Λευκό Οίκο.
Η στάση της Μαδρίτης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς πρόκειται για τη μοναδική χώρα του ΝΑΤΟ που δεν έχει δεσμευθεί να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, στόχο που ο Τραμπ έχει θέσει μετ’ επιτάσεως στους συμμάχους.
Παράλληλα, η Γερμανία βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της αμερικανικής δυσφορίας. Κορυφαία στελέχη της γερμανικής κυβέρνησης άσκησαν κριτική στην απόφαση Τραμπ να προχωρήσει σε πόλεμο με το Ιράν, παρά το γεγονός ότι η χώρα αποτελεί έναν από τους βασικότερους κόμβους αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης στη Μέση Ανατολή.
Η Ιταλία, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, μπλόκαρε προσωρινά τη χρήση αμερικανικής βάσης στη Σικελία, ενώ η Γαλλία επέτρεψε τη χρήση βάσης στη νότια επικράτειά της μόνο με αυστηρούς όρους, διασφαλίζοντας ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί για αεροσκάφη που συμμετείχαν σε επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Στο πλαίσιο των σεναρίων που εξετάζονται, δεν αποκλείεται ακόμη και το κλείσιμο αμερικανικής βάσης σε τουλάχιστον μία ευρωπαϊκή χώρα, με την Ισπανία και τη Γερμανία να αναφέρονται ως πιθανές περιπτώσεις.
Αντίθετα, χώρες της ανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας φαίνεται να συγκεντρώνουν θετική αξιολόγηση από την Ουάσιγκτον. Η Πολωνία, η Ρουμανία, η Λιθουανία και η Ελλάδα θεωρούνται πιο συνεπείς τόσο ως προς τις αμυντικές τους δαπάνες όσο και ως προς τη γεωπολιτική τους στάση, γι’ αυτό και ενδέχεται να επωφεληθούν από την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Υπενθυμίζεται πως τα εν λόγω κράτη συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στο ΝΑΤΟ.