Γιατί η Ευρώπη χάνει business 97 δισ. ευρώ τον χρόνο από τα τρένα

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες τρένων έχουν πρόσβαση μόλις στο 56% της παγκόσμιας αγοράς, καθώς αυξάνονται οι εμπορικοί φραγμοί διεθνώς

Ρομπότ εγκαθιστά το νέο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας ERTMS σε σιδηροδρομική γραμμή στην Ολλανδία ©EPA/Jilmer Postma

Επιχειρηματικές ευκαιρίες ύψους περίπου 97 δισ. ευρώ τον χρόνο χάνουν οι ευρωπαϊκές εταιρείες τρένων, καθώς ολοένα περισσότερες αγορές περιορίζουν την πρόσβαση ξένων προμηθευτών μέσω εμπορικών φραγμών και πολιτικών ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής.

Σύμφωνα με το Reuters, που επικαλείται τη μελέτη World Rail Market Study 2026, οι Ευρωπαίοι προμηθευτές έχουν σήμερα πρόσβαση μόλις στο 56% της παγκόσμιας αγοράς σιδηροδρομικού εξοπλισμού και υπηρεσιών, έναντι 59% στην αντίστοιχη μελέτη του 2024. Πρόκειται για μια πτωτική τάση που διαρκεί σχεδόν δύο δεκαετίες.

Η μελέτη εκπονήθηκε από την Bain & Company για λογαριασμό της ευρωπαϊκής ένωσης σιδηροδρομικών βιομηχανιών UNIFE και καλύπτει 66 χώρες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 99% της παγκόσμιας σιδηροδρομικής ζήτησης.

Το παράδοξο είναι ότι η πρόσβαση των ευρωπαϊκών εταιρειών περιορίζεται την ώρα που η συνολική αγορά μεγαλώνει. Η μέση ετήσια αξία της παγκόσμιας σιδηροδρομικής αγοράς διαμορφώθηκε στα 220,6 δισ. ευρώ την περίοδο 2023-2025, από 201,8 δισ. ευρώ το 2021-2023. Από αυτό το ποσό, μόλις περίπου 124 δισ. ευρώ θεωρούνται πραγματικά προσβάσιμα στους Ευρωπαίους προμηθευτές.

Τρένα: Πού βρίσκονται τα 221 δισ. ευρώ της αγοράς

Το μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς αφορά τις υπηρεσίες, με ετήσια αξία περίπου 84,1 δισ. ευρώ. Ακολουθεί το τροχαίο υλικό, δηλαδή τρένα και βαγόνια, με 68,8 δισ. ευρώ, οι σιδηροδρομικές υποδομές με 41,7 δισ. ευρώ και τα συστήματα ελέγχου και σηματοδότησης με 24,9 δισ. ευρώ.

Οι επενδύσεις στον σιδηρόδρομο ενισχύονται διεθνώς, καθώς οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να περιορίσουν τις εκπομπές άνθρακα και να μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος των επιβατικών και εμπορευματικών μετακινήσεων από τους δρόμους και τις αερομεταφορές στα τρένα.

Ωστόσο, ορισμένες από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές γίνονται ολοένα δυσκολότερες για τους ξένους προμηθευτές. Κίνα, Ινδία και ΗΠΑ έχουν ενισχύσει τις πολιτικές στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας, περιορίζοντας τις δυνατότητες των ευρωπαϊκών ομίλων να διεκδικήσουν συμβάσεις.

Η μελέτη χαρακτηρίζει μια αγορά μη προσβάσιμη όταν οι ξένες εταιρείες δεν μπορούν να υποβάλουν απευθείας προσφορές ή υποχρεώνονται να παράγουν τοπικά, να συμμετέχουν σε κοινοπραξίες ή να παρέχουν υπηρεσίες, όπως η συντήρηση, εντός της χώρας.

Προς τα 267 δισ. ευρώ η αγορά έως το 2031

Την ίδια στιγμή, το κέντρο βάρους της ανάπτυξης μετατοπίζεται. Αφρική και Μέση Ανατολή συγκαταλέγονται στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες περιοχές, με μεγάλα έργα σε Αίγυπτο, Μαρόκο και Σαουδική Αραβία, ενώ η Ασία-Ειρηνικός παραμένει η μεγαλύτερη περιφερειακή αγορά, με ώθηση από την Κίνα και την Ινδία.

Παρά τα αυξανόμενα εμπόδια, οι προοπτικές του κλάδου παραμένουν ισχυρές. Σύμφωνα με το Reuters, η παγκόσμια αγορά αναμένεται να αυξηθεί στα 266,8 δισ. ευρώ την περίοδο 2029-2031, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,2%.

Ο γενικός διευθυντής της UNIFE, Ένο Βίμπε, χαρακτήρισε θετικές την ισχυρή παγκόσμια ανάπτυξη και τα γεμάτα βιβλία παραγγελιών, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η πρόσβαση της ευρωπαϊκής σιδηροδρομικής βιομηχανίας στις διεθνείς αγορές μειώνεται για τρίτη διαδοχική μελέτη.

Έτσι, ενώ η παγκόσμια αγορά συνεχίζει να διευρύνεται, οι ευρωπαϊκές εταιρείες καλούνται να διεκδικήσουν μερίδιο από ένα ολοένα μικρότερο προσβάσιμο κομμάτι της.