Η σαρωτική επικράτηση της «Ενωμένης Ρωσίας», του κόμματος του Βλαντίμιρ Πούτιν, στις γενικές εκλογές, δεν ήταν έκπληξη, σημειώνει ο Αντρέι Κολέσνικοφ, αρθρογράφος του Foreign Affairs.
Ο δρόμος για το συγκεκριμένo αποτέλεσμα είχε προετοιμαστεί με διοικητικά μέτρα: η προσέλευση στην κάλπη ήταν υποχρεωτική για τους εργαζόμενους σε φορείς εξαρτώμενους από το κράτος, οι ένοπλες δυνάμεις και οι υπηρεσίες ασφαλείας προσήλθαν οργανωμένα στην κάλπη και ψήφισαν, και υπήρξε ευρεία χρήση ηλεκτρονικής ψηφοφορίας.
Παράλληλα, το Γιάμπλοκο, το μοναδικό νόμιμο κόμμα με σαφή αντιπολεμική θέση, είχε αποκλειστεί από τις εκλογές. Ακόμη και οι ψήφοι προς άλλα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν ήταν απειλή για το Κρεμλίνο, καθώς και αυτά λειτουργούν μέσα στα όρια της εξουσίας.
Για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, το αποτέλεσμα δεν του εξασφαλίζει μόνο κοινοβουλευτική κυριαρχία. Του επιτρέπει να το παρουσιάσει ως νέα λαϊκή εντολή για τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία και μια όλο και πιο σκληρή αντιπαράθεση με τη Δύση.
Η Μόσχα θέλει να δείξει ότι βρίσκεται σε θέση ισχύος, ότι η κοινωνία της παραμένει ενωμένη και ότι το καθεστώς μπορεί να κινηθεί ακόμη πιο επιθετικά. Από το 2022, η πολιτική νομιμοφροσύνη στη Ρωσία μετριέται όλο και περισσότερο με βάση την αποδοχή του πολέμου.
Η κάλπη δεν κρύβει την κοινωνική κόπωση
Πίσω από την εικόνα της σχεδόν καθολικής εκλογικής συσπείρωσης υπέρ του κόμματος Πούτιν, υπάρχουν πλήθος ενδείξεις που λένε άλλα. Οι μετρήσεις του ανεξάρτητου Levada Center αποτυπώνουν σταδιακή επιδείνωση του κλίματος.
Τον Ιούλιο, μόλις το 50% των ερωτηθέντων χαρακτήριζε επιτυχημένη τη λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», ποσοστό μειωμένο κατά σχεδόν 20 μονάδες μέσα σε έναν χρόνο.
Το μερίδιο όσων θεωρούν ότι η Ρωσία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση υποχώρησε στο 54%, δέκα μονάδες χαμηλότερα από την προηγούμενη χρονιά. Ακόμη και η δημοτικότητα του ίδιου του Πούτιν μειώθηκε κατά 12 μονάδες μεταξύ Ιουλίου 2025 και Ιουλίου 2026, μεταβολή ιδιαίτερα σημαντική για ένα προσωποπαγές καθεστώς.
Η φθορά δεν οφείλεται μόνο στη διάρκεια των επιχειρήσεων. Οι Ρώσοι έρχονται αντιμέτωποι με τον πληθωρισμό, τις ελλείψεις καυσίμων, τις επιθέσεις drones και τους αυστηρότερους περιορισμούς στο Διαδίκτυο.
Σε έρευνες του Levada τον Αύγουστο, δύο στους τρεις δήλωσαν προβλήματα είτε στην πρόσβαση στο κινητό Ίντερνετ και στις εφαρμογές μηνυμάτων είτε στον εφοδιασμό με βενζίνη. Οι ελλείψεις καυσίμων επηρέασαν σοβαρά έναν στους τρεις, ενώ οι ψηφιακοί περιορισμοί περίπου έναν στους πέντε.
Σε αυτά προστίθεται ο φόβος μιας νέας επιστράτευσης. Το Κρεμλίνο γνωρίζει ότι μια γενική επιστράτευση θα μπορούσε να διαλύσει την επίφαση κανονικότητας που προσπαθεί να διατηρήσει. Γι’ αυτό φαίνεται να προτιμά επιλεκτικές και λιγότερο ορατές μορφές στρατολόγησης.
Η επιλογή αυτή, όμως, δεν αποκλείει μια ευρύτερη κίνηση εάν η ηγεσία κρίνει ότι χρειάζεται περισσότερους στρατιώτες ή μια νέα επίδειξη αποφασιστικότητας.
Ο χειμώνας ως όπλο και η διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Η Ρωσία δείχνει ότι επιδιώκει την κλιμάκωση στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Ο Ρώσος πρόεδρος απέρριψε τη νεότερη αμερικανική διπλωματική προσπάθεια ενώ οι ρωσικές επιθέσεις στην Ουκρανία γίνονται πιο συχνές και πιο σφοδρές.
Φιλοκυβερνητικοί αναλυτές στη Μόσχα συζητούν ανοιχτά διαφορετικές βαθμίδες πίεσης, από συμβατικές επιχειρήσεις έως πυρηνικές απειλές. Κεντρικός στόχος για τους επόμενους μήνες θεωρείται το ουκρανικό ενεργειακό σύστημα, με το Κρεμλίνο να δείχνει πως θα επιδιώξει να μετατρέψει το κρύο και τις διακοπές ρεύματος σε μοχλό πίεσης ώστε να γονατίσει την ουκρανική κοινωνία.
Παράλληλα, η ρωσική ηγεσία καλλιεργεί στο εσωτερικό μια μόνιμη αίσθηση πολιορκίας. Ο πόλεμος παρουσιάζεται ως υπαρξιακή αναμέτρηση, της οποίας και η ελάχιστη έστω αμφισβήτηση ισοδυναμεί με υπονόμευση του κράτους.
Η καταστολή του Γιάμπλοκο πριν από τις εκλογές ήταν ενδεικτική: το κόμμα αποκλείστηκε, στελέχη του συνελήφθησαν και ο Λεβ Σλόσμπεργκ καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Σε ένα σύστημα που απαιτεί απόλυτη ιδεολογική συνοχή, δεν υπάρχει πλέον νόμιμος χώρος για αντιπολεμικές φωνές.
Η πολιορκία δεν περιορίζεται στην πολιτική. Ιστορία, θρησκεία και εθνικοί μύθοι επιστρατεύονται για να ενισχύσουν τις αντοχές του πληθυσμού. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ανακοίνωσε την ανακάλυψη των λειψάνων του μεσαιωνικού πρίγκιπα Ντμίτρι Ντονσκόι και μέρος τους εστάλη στο μέτωπο για να «ενδυναμώσει πνευματικά» τους στρατιώτες.
Θρησκευτικές πομπές και εθνικιστικές εκδηλώσεις συμπληρώνουν την προπαγανδιστική καμπάνια. Όσο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο το καθεστώς αναζητεί συμβολικά αποθέματα αντοχής.
Η οικονομία του πολέμου δείχνει τα όριά της
Η εικόνα ισχύος δεν συμβιβάζεται ωστόσο με την κατάσταση στην πραγματική οικονομία. Οι πολίτες αντιμετωπίζουν τις συνέπειες από τις επιθέσεις σε διυλιστήρια και αποθήκες, τα άδεια πρατήρια, τις προβληματικές επικοινωνίες και τα drones.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα αυξάνεται ενώ το ΑΕΠ και η βιομηχανική παραγωγή κινούνται λίγο πάνω από το μηδέν. Η παραγωγή όπλων, που ως τώρα συγκρατούσε τους δείκτες ανάπτυξης, δεν αρκεί πλέον για να καλύψει την κόπωση των υπόλοιπων κλάδων.
Το καθεστώς χρειάζεται περισσότερους πόρους. Η αύξηση του ΦΠΑ από 20% σε 22% επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι στρατιωτικές δαπάνες, οι τιμές των καυσίμων και οι ανατιμήσεις στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας ενισχύουν τον πληθωρισμό.
Η πολεμική οικονομία στηρίζει προσωρινά δείκτες και θέσεις εργασίας, αλλά απορροφά ανθρώπινο δυναμικό, κεφάλαια και παραγωγική ικανότητα από την υπόλοιπη χώρα.
Παρά τη δυσαρέσκεια, η κοινωνική αντίδραση δεν είναι μονοσήμαντη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αρκετοί Ρώσοι προτιμούν την ενίσχυση των επιθέσεων κατά της Ουκρανίας αντί των υποχωρήσεων προκειμένου να κλείσει μια συμφωνία.
Η εξάντληση οδηγεί πολλούς στην πεποίθηση ότι η ενίσχυση των στρατιωτικών πιέσεων ίσως επισπεύσει το τέλος. Περισσότεροι από τους μισούς θεωρούν πιθανό να συνεχιστεί η σύγκρουση για τουλάχιστον έναν χρόνο. Η ειρήνη παραμένει επιθυμητή, αλλά η προπαγάνδα έχει πείσει πολλούς ότι ο συντομότερος δρόμος προς αυτήν περνά από νέα κλιμάκωση.
Το ρίσκο μιας νέας επιστράτευσης
Μια μαζική επιστράτευση μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες. Θα αφαιρέσει εργαζομένους από μια πιεσμένη αγορά, θα επιδεινώσει το δημογραφικό πρόβλημα και θα φέρει το κόστος του πολέμου σε περισσότερα νοικοκυριά.
Η τεχνολογική εξέλιξη των επιχειρήσεων καθιστά επίσης αμφίβολη τη χρησιμότητα πολλών ανεκπαίδευτων στρατιωτών στο μέτωπο. Παρά τους κινδύνους, δεν είναι σίγουρο ότι Πούτιν θα θεωρήσει πως η εκλογική του νίκη τού παρέχει κάλυψη.
Ο Ρώσος πρόεδρος εξακολουθεί να περιγράφει τη σύγκρουση ως δίκαιη αμυντική εκστρατεία και πόλεμο απελευθέρωσης. Ωστόσο, ένας «λαϊκός πόλεμος» χρειάζεται ορατό τέλος και μια αποδεκτή εκδοχή νίκης.
Η εξάντληση είναι τέτοια ώστε πολλοί θα μπορούσαν να δεχθούν οποιοδήποτε αποτέλεσμα παρουσιαζόταν επισήμως ως επίτευξη των στόχων. Το πρόβλημα είναι ότι η σύγκρουση έχει πλέον τα χαρακτηριστικά προσωπικού πολέμου του ηγέτη στον οποίο η χώρα συμμετέχει πολιτικά, οικονομικά ή στρατιωτικά.
Η κλιμάκωση στο εσωτερικό και το αδιέξοδο της εξουσίας
Για να διατηρηθεί η πίεση στο εξωτερικό, το Κρεμλίνο ενισχύει τον έλεγχο εντός της χώρας. Οι συλλήψεις όσων αμφισβητούν την επίσημη γραμμή γίνονται σκληρότερες, ενώ η νομοθεσία για τους «ξένους πράκτορες» επεκτείνεται.
Όσοι εγκαταλείπουν τη χώρα κινδυνεύουν να χάσουν τα πολιτικά, περιουσιακά ή οικονομικά τους δικαιώματα. Η καταστολή δεν αποτελεί παράπλευρη συνέπεια του πολέμου. Είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει στην ηγεσία να αυξάνει το κόστος του πολέμου χωρίς οργανωμένη αντίσταση.
Η διαρκής παραγωγή κρίσεων έχει γίνει βασικό εργαλείο διακυβέρνησης. Κάθε νέα απειλή δικαιολογεί αυστηρότερα μέτρα, απαιτεί μεγαλύτερη συσπείρωση και μεταθέτει τη συζήτηση σχετικά με τον τερματισμό του πολέμου για το μέλλον.
Όμως η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής μειώνεται. Η ρητορική κυβερνητικών αξιωματούχων γίνεται όλο και πιο ακραία, με τον αντιπρόεδρο της Δούμας Πιοτρ Τολστόι να μιλά ακόμη και για πλήγματα κατά αμάχων ώστε να καμφθεί το ηθικό του αντιπάλου.
Στο διπλωματικό πεδίο, οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη δύναμη που θα μπορούσε να βοηθήσει τον Πούτιν να αναζητήσει έξοδο χωρίς να εμφανιστεί ηττημένος. Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να ανοίξει νέο διπλωματικό δίαυλο με τη Μόσχα μετά τα περιορισμένα αποτελέσματα των προηγούμενων πρωτοβουλιών.
Η επίσκεψη του διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ στη Μόσχα τον Αύγουστο ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια δημιουργίας μιας σταθερότερης γραμμής επικοινωνίας. Άλλωστε κι ο Τραμπ χρειάζεται μια επιτυχία στην εξωτερική πολιτική ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Προς το παρόν, όμως, το πιθανότερο σενάριο είναι η παράταση του πολέμου. Το Κρεμλίνο πιστεύει ότι διαθέτει ακόμη χρόνο, στρατιωτικά μέσα και κοινωνικά αποθέματα. Η νέα εκλογική εντολή του Πούτιν τον βοηθά να παρουσιάζει τη συνέχιση του πολέμου ως συλλογική επιλογή, ακόμη κι αν μεγάλο μέρος της υποστήριξης είναι παθητικό ή προσποιητό.
Η βαθύτερη κρίση του καθεστώτος του είναι κρίση προοπτικής: δεν διαθέτει πειστική εικόνα για την επόμενη ημέρα ούτε σαφή δρόμο επιστροφής στην κανονικότητα. Έτσι, ο πόλεμος μετατρέπεται από μέσο πολιτικής σε όρο επιβίωσης της ίδιας του της εξουσίας. Και ο χειμώνας, με την ενέργεια στο επίκεντρο, αναμένεται να αποτελέσει το επόμενο όπλο της.
