Την πρόσβαση δημοσιογράφων από τα CNN, MS NOW και Politico στον Λευκό Οίκο αποκατέστησε η αμερικανική κυβέρνηση, μετά από απόφαση ομοσπονδιακού δικαστή που έκρινε ότι η προηγούμενη απαγόρευση πιθανότατα παραβίαζε συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των δημοσιογράφων.
Η επαναφορά των διαπιστεύσεων έγινε την Πέμπτη, έπειτα από αρκετές ώρες αβεβαιότητας, καθώς δημοσιογράφοι των τριών μέσων εξακολουθούσαν αρχικά να μην μπορούν να εισέλθουν στους χώρους του Λευκού Οίκου παρά τη δικαστική απόφαση. Τα CNN, MS NOW και Politico ζήτησαν τότε επείγουσα ακρόαση ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστή Τίμοθι Κέλι, ο οποίος είχε διατάξει λίγες ώρες νωρίτερα την άμεση αποκατάσταση της πρόσβασης.
Ο Κέλι, ο οποίος διορίστηκε στη θέση του από τον Ντόναλντ Τραμπ το 2017, διέταξε προσωρινή αναστολή της απαγόρευσης για 14 ημέρες, κρίνοντας ότι η ανάκληση των δημοσιογραφικών διαπιστεύσεων «πιθανότατα παραβίασε» τα δικαιώματα δίκαιης διαδικασίας των δημοσιογράφων.
Η διαμάχη για τις διαπιστεύσεις
Η υπόθεση ξεκίνησε όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι τα τρία μέσα δεν θα έχουν πλέον πρόσβαση στον Λευκό Οίκο, κατηγορώντας τα για ψευδή και αρνητική κάλυψη της προεδρίας του. Οι δημοσιογράφοι των CNN, MS NOW και Politico είδαν στη συνέχεια τις διαπιστεύσεις τους να αφαιρούνται και εμποδίστηκαν να εισέλθουν στους χώρους του Λευκού Οίκου. Τα τρία μέσα προσέφυγαν δικαστικά, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση παραβιάζει την Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, που προστατεύει την ελευθερία του λόγου και του Τύπου, καθώς και τα δικαιώματά τους σε δίκαιη διαδικασία.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε επικαλεστεί λόγους εθνικής ασφάλειας για να δικαιολογήσει την απαγόρευση. Ο δικαστής, ωστόσο, εξέφρασε επιφυλάξεις για το επιχείρημα αυτό, σημειώνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή πραγματικά στοιχεία που να δείχνουν πως η παρουσία των συγκεκριμένων δημοσιογράφων δημιουργούσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Ο ίδιος επισήμανε επίσης ότι ο Τραμπ είχε συνδέσει δημόσια την απόφαση με την κάλυψη που θεωρούσε ψευδή ή αρνητική.
Παρότι η δικαστική εντολή εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας, το πρωί της Πέμπτης οι δημοσιογράφοι των τριών οργανισμών εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα πρόσβασης. Το Politico ανέφερε ότι η διαπίστευση δημοσιογράφου του είχε κατασχεθεί, ενώ εκπρόσωποι του MS NOW και του CNN δήλωσαν ότι στελέχη τους δεν μπόρεσαν να περάσουν στους χώρους του Λευκού Οίκου. Ο διευθυντής επιχειρήσεων Τύπου του Λευκού Οίκου, Micah Stopperich, ανέφερε αργότερα σε δικαστική κατάθεση ότι η διαδικασία επαναφοράς των διαπιστεύσεων είχε ξεκινήσει στις 7:25 το πρωί και ότι τα νέα πάσα είχαν μεταφερθεί στην είσοδο λίγο πριν από τις 10:00. Μετά τη σχετική ενημέρωση, ο δικαστής απέρριψε το αίτημα των τριών οργανισμών για επείγουσα ακρόαση, αφήνοντάς τους πάντως τη δυνατότητα να τον ενημερώσουν εάν προέκυπταν νέα προβλήματα.
Ένταση και στο τηλεοπτικό pool
Η αντιπαράθεση είχε ήδη επηρεάσει και τη λειτουργία του τηλεοπτικού pool του Λευκού Οίκου. Το CNN αποτελεί έναν από τους πέντε βασικούς τηλεοπτικούς οργανισμούς του pool, μαζί με τα ABC, CBS, FOX News και NBC. Οι οργανισμοί αυτοί μοιράζονται το κόστος κάλυψης του προέδρου, εναλλάσσονται στην οργάνωση των αποστολών και παρέχουν εικόνα και υλικό και σε άλλα μέσα. Μέλη του τηλεοπτικού pool είχαν αναστείλει μέρος της κάλυψής τους σε ένδειξη αλληλεγγύης προς το CNN, ενώ η ένταση κορυφώθηκε σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη διπλωματικά εβδομάδα, με τον Τραμπ να συμμετέχει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και να υποδέχεται τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Η αγωγή των τριών μέσων κατά Τραμπ
CNN, MS NOW και Politico είχαν καταθέσει κοινή αγωγή κατά του Τραμπ και στελεχών της κυβέρνησής του, ζητώντας να ακυρωθεί η απαγόρευση. Στην προσφυγή τους υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να αφαιρεί διαπιστεύσεις επειδή διαφωνεί με τη δημοσιογραφική κάλυψη ή επειδή θεωρεί ότι ένα μέσο είναι επικριτικό απέναντί της. Στο πλευρό τους τοποθετήθηκαν επίσης οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου και δεκάδες δημοσιογραφικοί οργανισμοί.
Η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη περίοδο αυξημένης έντασης μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και μεγάλων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης, με προηγούμενες διαμάχες να έχουν επίσης καταλήξει στα δικαστήρια. Reuters
