Σε μια προσπάθεια να ανακόψει από την καθοδική πορεία των δημοσίων οικονομικών και να καθησυχάσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η κυβέρνηση στη Γαλλία, υπό τον Σεμπαστιάν Λεκορνί, παρουσίασε το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027.
Το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο θέτει ως κεντρικό στόχο τη συγκράτηση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ. Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, προβλέπεται η εφαρμογή ενός πακέτου διορθωτικών παρεμβάσεων ύψους 43 δισ. ευρώ για το 2027. Αν συνυπολογιστεί η διαρκής επίδραση των δημοσιονομικών μέτρων που θεσπίστηκαν το 2026 και νωρίτερα, η συνολική προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής θα αγγίξει τα 54 δισ. ευρώ.
Η στρατηγική του Παρισιού βασίζεται σε σημαντική ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, κυρίως μέσω του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων. Ειδικότερα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ αναμένεται να αυξηθούν κατά 7 δισ. ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ ο φόρος εισοδήματος εκτιμάται ότι θα αποφέρει επιπλέον 5,7 δισ. ευρώ. Αντίθετα, τα εισπραττόμενα ποσά από τη φορολογία των επιχειρήσεων προβλέπεται να σημειώσουν υποχώρηση κατά 1,8 δισ. ευρώ. Συνολικά, τα καθαρά τακτικά φορολογικά έσοδα του γαλλικού κράτους θα φτάσουν τα 375,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 18 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Η έκτακτη εισφορά
Στο επίκεντρο των εισπρακτικών μέτρων βρίσκεται η παράταση της έκτακτης εισφοράς στα υψηλά εισοδήματα για τρίτο συνεχές έτος.
Ο μηχανισμός αυτός επιβάλλει ελάχιστο φορολογικό συντελεστή 20% σε άγαμους με ετήσιο εισόδημα άνω των 250.000 ευρώ και σε ζευγάρια με εισόδημα που υπερβαίνει τις 500.000 ευρώ, προσδοκώντας έσοδα 600 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, η κυβέρνηση σχεδιάζει να περικόψει κατά 3,7 δισ. ευρώ τις απαλλαγές εργοδοτικών εισφορών που απολαμβάνουν οι επιχειρήσεις. Αν και η έκτακτη φορολόγηση στα υπερκέρδη των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων θα διατηρηθεί, η επιβάρυνσή της θα είναι μειωμένη σε σύγκριση με τα 7,5 δισ. ευρώ που εισπράχθηκαν το 2026.
Μείωση στους δημοσίους υπαλλήλους
Στον δημόσιο τομέα, ο συνολικός αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων θα μειωθεί κατά 1.076 θέσεις. Παρά τη συνολική αυτή μείωση, προβλέπεται στοχευμένη ενίσχυση σε κρίσιμους τομείς, με τη δημιουργία 6.816 θέσεων πλήρους απασχόλησης.
Η πλειονότητα αυτών των προσλήψεων θα κατευθυνθεί στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας (+3.257 θέσεις), στις Ένοπλες Δυνάμεις (+2.090 θέσεις), στο Υπουργείο Εσωτερικών (+1.381 θέσεις) και στη Δικαιοσύνη (+1.301 θέσεις).
ΑΠΕ και κοινωνική πολιτική
Όσον αφορά την ενέργεια, η κυβέρνηση επιχειρεί να εξορθολογίσει τη χρηματοδότηση των ανανεώσιμων πηγών, καταργώντας παλαιότερους μηχανισμούς στήριξης που δημιουργούσαν υπερβολικές απολαβές για τους παραγωγούς. Παράλληλα, θεσπίζεται ειδικό τέλος στους προμηθευτές ορυκτής κηροζίνης για τις αερομεταφορές στη μητροπολιτική Γαλλία, με σκοπό τη χρηματοδότηση βιώσιμων εναλλακτικών καυσίμων.
Ιδιαίτερα αισθητές θα γίνουν οι περικοπές στην κοινωνική πολιτική. Τα οικογενειακά επιδόματα και τα επιδόματα στέγασης (APL) «παγώνουν» στα επίπεδα του 2026, χωρίς να αναπροσαρμοστούν με βάση τον πληθωρισμό.
Για τους φοιτητές από εύπορες οικογένειες τίθεται το δίλημμα της επιλογής μεταξύ του στεγαστικού επιδόματος και των φοροελαφρύνσεων των γονέων τους. Στον τομέα της υγείας, η αύξηση των δαπανών θα περιοριστεί στο 2%, κυρίως μέσω περικοπών 5 δισεκατομμυρίων ευρώ που περιλαμβάνουν την αποζημίωση λιγότερων φαρμακευτικών σκευασμάτων. Επιπλέον, για πρώτη φορά επιβάλλονται δίδακτρα εγγραφής σε δημόσια επαγγελματικά προγράμματα (BTS) και προπαρασκευαστικά τμήματα ανώτατων σχολών για μη υπότροφους φοιτητές.
Στο συνταξιοδοτικό, η κυβέρνηση στοχεύει σε εξοικονόμηση 5,5 δισ. ευρώ. Μόνο οι χαμηλοσυνταξιούχοι με αποδοχές έως το 85% του κατώτατου μισθού (1.260 ευρώ) θα λάβουν πλήρη τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Για τις υψηλότερες συντάξεις, οι αυξήσεις αποσυνδέονται από τον πληθωρισμό και θα αποφασίζονται από το Κοινοβούλιο, ενώ παράλληλα μειώνεται το ανώτατο όριο της φορολογικής έκπτωσης 10% για τους συνταξιούχους.
Μια πρωτότυπη πηγή εσόδων αποτελεί η επιβολή εφάπαξ εισφοράς 17% στα αζήτητα κεφάλαια και τους ξεχασμένους τραπεζικούς λογαριασμούς που διαχειρίζεται η Caisse des Dépôts (CDC), μέτρο που αναμένεται να αποφέρει 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ χωρίς να θίγονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των δικαιούχων αν τα αναζητήσουν.
Τα ομόλογα
Το αυστηρό αυτό πρόγραμμα λιτότητας κατατίθεται σε μια περίοδο έντονης ανησυχίας στις αγορές ομολόγων.
Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου εκτινάχθηκε στο 4,96%, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002. Οι επενδυτές εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να περιορίσει το έλλειμμα, ενώ ανησυχούν για την πολιτική αβεβαιότητα και τις δαπανηρές υποσχέσεις πολιτικών όπως η Μαρίν Λε Πεν και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν.
Παρά το γεγονός ότι οι τόκοι εξυπηρέτησης του χρέους απειλούν να ξεπεράσουν τα 100 δισ. ευρώ έως το τέλος της δεκαετίας, το Υπουργείο Οικονομικών επιμένει ότι η αξιοπιστία της Γαλλίας παραμένει ακλόνητη.
