Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σημαντικής αλλαγής στρατηγικής στην Ευρώπη, καθώς πολιτικοί ηγέτες και κορυφαία στελέχη της τεχνολογικής βιομηχανίας αναγνωρίζουν ότι η προσπάθεια ανταγωνισμού των ΗΠΑ και της Κίνας στην ανάπτυξη των ισχυρότερων μοντέλων γίνεται ολοένα και δυσκολότερη. Αντί να επιδιώκουν με κάθε κόστος τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ανταγωνιστή της OpenAI, οι Βρυξέλλες στρέφουν πλέον την προσοχή τους στην αξιοποίηση της τεχνολογίας από επιχειρήσεις και βιομηχανίες.
Όπως επισημαίνει το Politico, το νέο σκεπτικό που κερδίζει έδαφος στην ευρωπαϊκή πολιτική και επιχειρηματική σκηνή είναι ότι η Ευρώπη δεν χρειάζεται απαραίτητα να αναπτύσσει τα πιο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, αρκεί να μπορεί να τα αξιοποιεί αποτελεσματικά.
Πρόκειται για μια μετατόπιση με σημαντικές οικονομικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις, καθώς η ευρωπαϊκή οικονομία ήδη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αμερικανικές και κινεζικές τεχνολογίες, από τους ημιαγωγούς έως τις υποδομές υπολογιστικού νέφους.
Η Ευρώπη αλλάζει προτεραιότητες
«Η προσπάθεια δημιουργίας ενός ανταγωνιστικού εργαστηρίου ανάπτυξης κορυφαίων μοντέλων αυτή τη στιγμή μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο», δηλώνει στο Politico ο Μαξ Γιούνστραντ, διευθύνων σύμβουλος της σουηδικής Legora.
Η εταιρεία, η αποτίμηση της οποίας φτάνει τα 6 δισ. ευρώ, αναπτύσσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για δικηγορικές εταιρείες. Ο επικεφαλής της θεωρεί ότι η Ευρώπη θα αποκόμιζε μεγαλύτερο όφελος εάν επικεντρωνόταν στους τρόπους αξιοποίησης της τεχνολογίας, αντί να προσπαθεί να καλύψει το τεράστιο προβάδισμα των ανταγωνιστών της.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Στην ομιλία της για την κατάσταση της Ένωσης τον Σεπτέμβριο υποστήριξε ότι η Ευρώπη μπορεί να αποκομίσει τη μεγαλύτερη οικονομική αξία από την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να είναι εκείνη που θα αναπτύξει πρώτη την τεχνολογία αιχμής.
Το μήνυμα είναι σαφές: προτεραιότητα δεν είναι μόνο η τεχνολογική πρωτοπορία, αλλά η μεταφορά της AI από τα ερευνητικά εργαστήρια στην παραγωγή, στις υπηρεσίες και στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων.
Μόλις μία στις πέντε επιχειρήσεις χρησιμοποιεί AI
Τα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν το μέγεθος της πρόκλησης. Το 2025, μόλις το 20% των επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τουλάχιστον 10 εργαζομένους χρησιμοποιούσε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης.
Οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών είναι εντυπωσιακές. Στη Δανία το ποσοστό έφτανε το 42%, ενώ στη Ρουμανία περιοριζόταν στο 5,2%. Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν επίσης στις χώρες με χαμηλή υιοθέτηση, κοντά στο 9%.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το χάσμα μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων. Περίπου το 55% των μεγάλων εταιρειών αξιοποιούσε AI, έναντι μόλις 17% των μικρών.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ που επικαλείται το Politico, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις περιορίζονται συχνά σε έτοιμα εργαλεία για συγκεκριμένες εργασίες, χωρίς να ενσωματώνουν την τεχνολογία ευρύτερα στις δραστηριότητές τους.
Το σημαντικότερο εμπόδιο δεν είναι απαραίτητα το κανονιστικό πλαίσιο. Οι επιχειρήσεις που εξέτασαν την υιοθέτηση AI αλλά τελικά την απέφυγαν ανέφεραν πρωτίστως την έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων.
Το νέο σχέδιο της Κομισιόν για την τεχνητή νοημοσύνη
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να επιταχύνει την υιοθέτηση της AI μέσα από πρωτοβουλίες που στοχεύουν σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας.
Στις 16 Νοεμβρίου έχει προγραμματιστεί η σύνοδος «Apply AI», με επίκεντρο την ενσωμάτωση της τεχνολογίας στη βιομηχανία και στις επιχειρήσεις. Η υγεία, οι μεταφορές, η αγροδιατροφή, η προηγμένη μεταποίηση, η άμυνα και το διάστημα συγκαταλέγονται στους τομείς με τις μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης.
Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώθηκε και σε συνάντηση της 4ης Σεπτεμβρίου, όταν ο σύμβουλος της Κομισιόν για την τεχνητή νοημοσύνη και πρόεδρος της Siemens, Τζιμ Χάγκεμαν Σνάμπε, υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω της AI.
Η Mistral διαφωνεί: Ο κίνδυνος τεχνολογικής εξάρτησης
Δεν συμμερίζονται, ωστόσο, όλοι τη νέα στρατηγική. Η γαλλική Mistral, η σημαντικότερη ευρωπαϊκή εταιρεία ανάπτυξης προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, προειδοποιεί ότι η εγκατάλειψη της προσπάθειας τεχνολογικής πρωτοπορίας θα αποτελούσε στρατηγικό λάθος.
Εκπρόσωπός της υποστήριξε στο Politico ότι μεγάλο μέρος της οικονομικής αξίας παραμένει σε όσους αναπτύσσουν τα θεμελιώδη μοντέλα και όχι αποκλειστικά στις επιχειρήσεις που δημιουργούν εφαρμογές πάνω σε αυτά.
Η εταιρεία παρουσίασε πρόσφατα το Mistral Large 4, υποστηρίζοντας ότι έχει περιορίσει σημαντικά την απόσταση από τα κορυφαία διεθνή μοντέλα, χρησιμοποιώντας πολύ μικρότερη υπολογιστική ισχύ.
Παράλληλα, όμως, δέχεται αμφισβήτηση για τις επιδόσεις της. Ο Κρίστιαν Κρολ, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής μηχανής αναζήτησης Ecosia, δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη Mistral υπέρ μοντέλων ανοιχτού κώδικα, ακόμη και κινεζικών, επικαλούμενος ζητήματα απόδοσης και τεχνολογικής ανεξαρτησίας.
Ο επικεφαλής της Mistral, Αρτούρ Μενς, έχει προειδοποιήσει ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να καταλήξει σε μια οικονομία που θα εξαρτάται από ξένους προμηθευτές, οι οποίοι θα αποσπούν σημαντικό μέρος της αξίας που δημιουργείται.
Το πρόβλημα της υπολογιστικής ισχύος
Παρά τη μετατόπιση των προτεραιοτήτων, η Κομισιόν επιμένει ότι δεν έχει εγκαταλείψει την ανάπτυξη ευρωπαϊκών μοντέλων αιχμής.
Η αρμόδια επίτροπος Χένα Βίρκουνεν τονίζει ότι η πλήρης εξάρτηση από τρίτες χώρες εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η ανεπαρκής υπολογιστική ισχύς αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την ευρωπαϊκή τεχνολογική αυτονομία.
Αντίστοιχες προκλήσεις αντιμετωπίζει και η Βρετανία. Ο υπουργός Τεχνητής Νοημοσύνης Κανίσκα Ναραγιάν έχει επισημάνει ότι οι περιορισμοί της νομοθεσίας περί πνευματικών δικαιωμάτων και οι ενεργειακές απαιτήσεις δυσχεραίνουν την ανάπτυξη συστημάτων υπερνοημοσύνης στη χώρα.
Την ίδια στιγμή, η βρετανική εταιρεία Cosine αμφισβητεί την άποψη ότι οι αμερικανικοί κολοσσοί πρέπει να καθορίζουν τα πρότυπα ανάπτυξης προηγμένων συστημάτων AI.
Το μεγάλο στοίχημα για την ευρωπαϊκή οικονομία
Η νέα προσέγγιση των Βρυξελλών δημιουργεί ένα ουσιαστικό δίλημμα: μπορεί η Ευρώπη να αποκτήσει ισχυρή θέση στην οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης, εάν δεν ελέγχει τις τεχνολογίες στις οποίες βασίζεται;
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς τα προηγμένα αμερικανικά μοντέλα αποκτούν δυνατότητες εντοπισμού και εκμετάλλευσης κυβερνοευπαθειών, ενώ αντίστοιχες τεχνολογίες συνδέονται ολοένα στενότερα με την εθνική ασφάλεια.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική καλείται επομένως να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στόχους: την ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της AI και τη διατήρηση επαρκούς τεχνολογικής ανεξαρτησίας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος θα κατασκευάσει το ισχυρότερο μοντέλο, αλλά και ποιος θα καρπωθεί την οικονομική αξία της τεχνητής νοημοσύνης τα επόμενα χρόνια.
