Η στροφή του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Μόσχα, με αιχμή τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ και τη χαλάρωση των κυρώσεων, αποκτά νέα γεωπολιτική διάσταση.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν συμφώνησε επί της αρχής να επαναληφθούν πιθανόν μετά τις 10 Νοεμβρίου οι τριμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας, ΗΠΑ και Ουκρανίας για τον τερματισμό του πολέμου, σε τεχνικό επίπεδο στο Άμπου Ντάμπι, σύμφωνα με τον σύμβουλο του Κρεμλίνου για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσακόφ.
Η εξέλιξη ακολούθησε τη συνάντηση του Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη με τον ειδικό απεσταλμένο του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, η οποία διήρκεσε περίπου τρεις ώρες. Στις συνομιλίες συμμετείχαν επίσης ο Ουσακόφ και ο Ρώσος απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ, ενώ ο γαμπρός του Αμερικανού προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ, συνδέθηκε μέσω βιντεοκλήσης.
Σύμφωνα με τον Ουσακόφ, οι διαπραγματεύσεις θα επικεντρωθούν στη διαμόρφωση ενός συστήματος ασφαλείας για τη Ρωσία και την Ουκρανία μετά τη λήξη της σύγκρουσης. Ο Πούτιν δεν δείχνει διάθεση συμβιβασμού απαιτώντας τον πλήρη ρωσικό έλεγχο του Ντονέτσκ, τη μη ένταξη του Κιέβου στο ΝΑΤΟ, καθώς και την επίτευξη μιας συνολικής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Ο Τραμπ εντείνει τις πιέσεις προς το Κίεβο για την επίτευξη συμφωνίας, ενώ ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι υποστηρίζει ότι μόνο μια σύνοδος κορυφής μεταξύ των ηγετών μπορεί να ξεπεράσει το αδιέξοδο.
Οι τρεις πλευρές είχαν πραγματοποιήσει τρεις γύρους συνομιλιών στις αρχές του έτους, δύο στο Αμπού Ντάμπι, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, και έναν στη Γενεύη. Ωστόσο, η πρόοδος περιορίστηκε κυρίως στις ανταλλαγές αιχμαλώτων, καθώς Μόσχα και Κίεβο παρέμειναν αμετακίνητες στις βασικές απαιτήσεις τους.
Ο Ζελένσκι δήλωσε στο Fox News ότι το πάγωμα της σύγκρουσης αποτελεί το ελάχιστο αναγκαίο βήμα για τον τερματισμό του πολέμου. Ο Γουίτκοφ, από την πλευρά του, διαπίστωσε «κάποια δυναμική» στις ειρηνευτικές προσπάθειες, ευχαριστώντας παράλληλα τον Πούτιν για την άρση της απαγόρευσης εξαγωγών ρωσικού ντίζελ, η οποία, όπως είπε, μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κόστους για Αμερικανούς αγρότες και μεταφορείς.
Παρά τις νέες επαφές, δεν υπάρχουν ενδείξεις άμεσης διπλωματικής συμφωνίας, ενώ οι μάχες και οι επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας συνεχίζονται.
Πούτιν και Γουίτκοφ συζήτησαν το ενδεχόμενο μιας τριμερούς τον επόμενο μήνα, με τους Πούτιν, Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ.

Σι Τζινπίνγκ, Πούτιν και Τραμπ © Χ.com
Λίγες ημέρες πριν ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε προτείνει τριμερή συνάντηση με τον Αμερικανό πρόεδρο και τον Σι Τζινπίνγκ, με αντικείμενο τον πόλεμο στην Ουκρανία, εντείνοντας την ανησυχία στο Κίεβο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για το ενδεχόμενο αποφάσεων που θα καθορίσουν το μέλλον της Ουκρανίας χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή τους.
Η Ευρώπη φοβάται ότι θα επωμιστεί το κόστος μιας αμερικανικής στροφής προς τη Ρωσία με συνέπειες για ολόκληρη τη δυτική συμμαχία. Οι ανησυχίες εντείνονται μετά και το αίτημα του προέδρου της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι για 70 δια. ευρώ. επιπλέον από τα 90 δισ. ευρώ που έχουν εγκριθεί από τους Ευρωπαίους συμμάχους του κατά τη σύνοδο κορυφής των «27» στις Βρυξέλλες την περασμένη εβδομάδα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση στρέφεται σε Βρετανία και Καναδά για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των 70 δις ευρώ που αντιμετωπίζει η Ουκρανία για το 2027, σύμφωνα με το Politico. Οι Βρυξέλλες σχεδιάζουν να θέσουν το ζήτημα στις συνόδους κορυφής με τον Καναδά στις 29 και 30 Οκτωβρίου και με τη Βρετανία στις 20 Νοεμβρίου.
Την ίδια ώρα εξελίξεις υπάρχουν στο μέτωπο του ρωσικού ντίζελ. Ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ ανακοίνωσε ότι το πρώτο δεξαμενόπλοιο με 40.000 τόνους ρωσικού ντίζελ αναχωρεί σήμερα για τις ΗΠΑ. Ο Στιβ Γουίτκοφ εκθείασε τον Πούτιν για την άρση της ρωσικής απαγόρευσης στις εξαγωγές ντίζελ, προσθέτοντας ότι αυτό θα συμβάλει στη μείωση των τιμών για τους Αμερικανούς αγρότες και τους οδηγούς φορτηγών.
Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ, πριν τη συνάντηση με τον Πούτιν συναντήθηκε στο Όσλο με τον Ζελένσκι, την ώρα που οι σχέσεις του Ουκρανού ηγέτη με τον Ντόναλντ Τραμπ έχουν επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι ήρθε η ώρα η Ουκρανία να αποκτήσει νέο πρόεδρο και πιο πρόσφατα να λέει ότι πρέπει «να διαπραγματευτεί κάποιος άλλος εκ μέρους της Ουκρανίας».
Οι επαφές με τον Γουίτκοφ ακολούθησαν την τηλεφωνική επικοινωνία του Ζελένσκι με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, με επίκεντρο την ανάγκη ενίσχυσης της ουκρανικής αντιαεροπορικής άμυνας. Το Κίεβο αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις πυραύλων Patriot, αυξάνοντας την έκθεσή του στις συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει εγκρίνει μέχρι στιγμής νέες παραδόσεις των συγκεκριμένων συστημάτων, ενώ ο Ρούμπιο απέρριψε τις κατηγορίες ότι οι ΗΠΑ αποκρύπτουν πληροφορίες για επικείμενες ρωσικές επιθέσεις.
Το άνοιγμα Τραμπ στον Πούτιν δεν περιορίζεται στην έκβαση των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Αφορά τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας, την οικονομική και στρατιωτική αντοχή του Κιέβου, τη μελλοντική σχέση ΗΠΑ – Ρωσίας, ενώ η πρόταση για συμμετοχή της Κίνας στο παζάρι δίνει τη δυνατότητα στο Πεκίνο να αναβαθμίσει τον ρόλο του ως συνομιλητής μεταξύ πυρηνικών υπερδυνάμεων.
Παράλληλα, ο πόλεμος με το Ιράν και οι επιπτώσεις του στις ενεργειακές αγορές δημιουργούν ένα πρόσθετο κίνητρο για τον Τραμπ να αναζητήσει μ συμφωνίες για το ντίζελ γρήγορες λύσεις στο μέτωπο της ενέργειας, ακόμη και με πολιτικό κόστος για την Ουκρανία και την Ευρώπη.
Η πρόταση Πούτιν για συνάντηση με Τραμπ και Σι
Το παζάρι ξεκίνησε όταν πριν μερικές ημέρες ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν φέρεται να πρότεινε τη διοργάνωση συνόδου κορυφής με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Σι Τζινπίνγκ, προκειμένου να συζητηθεί ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η ιδέα διατυπώθηκε κατά την τηλεφωνική επικοινωνία των δύο ηγετών στις 9 Οκτωβρίου, με πηγή πρώην αξιωματούχο των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι το ενδεχόμενο μιας τέτοιας συνάντησης τέθηκε προς εξέταση, χωρίς ωστόσο να υπάρχει συμφωνία για τη διεξαγωγή της ή για την ατζέντα της. Ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι, εφόσον και οι τρεις ηγέτες ενδέχεται να βρεθούν στην Κίνα για τη σύνοδο της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC), συζητήθηκε θεωρητικά η δυνατότητα μιας τριμερούς συνάντησης. Δεν έχουν, πάντως, συμφωνηθεί συγκεκριμένες ημερομηνίες, όροι ή θεματικές.
Η σύνοδος της APEC, που έχει προγραμματιστεί για τον Νοέμβριο στην Κίνα, μπορεί να προσφέρει το κατάλληλο διπλωματικό περιβάλλον για μια απευθείας επικοινωνία των τριών ηγετών. Εάν πραγματοποιηθεί, μια τέτοια συνάντηση θα είχε ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα: η Ουκρανία θα κινδύνευε να βρεθεί στο επίκεντρο συζητήσεων για το μέλλον της χωρίς να συμμετέχει η ίδια, ενώ η Ευρώπη θα απουσίαζε από ένα πιθανό σχήμα που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την ασφάλειά της.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ © EPA/SERGEY GUNEEV / SPUTNIK / KREMLIN
Αυτή ακριβώς την προοπτική απέρριψε ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, Αντρέι Σιμπίχα. Όπως υποστήριξε, μια τριμερής συνάντηση μεταξύ των ηγετών της Ουκρανίας, των ΗΠΑ και της Ρωσίας μπορεί να επιταχύνει τον τερματισμό του πολέμου. Αντίθετα, μια συνάντηση Τραμπ, Πούτιν και Σι, κατά την εκτίμησή του, θα ενθάρρυνε τον Ρώσο πρόεδρο να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Από την πλευρά της Μόσχας, ο Πεσκόφ υπογράμμισε ότι οι αμερικανικές διαμεσολαβητικές προσπάθειες συνεχίζονται και ότι η Ρωσία τις αποδέχεται. Παραδέχθηκε, παράλληλα, ότι μια τελική ειρηνευτική διευθέτηση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συμμετοχή εκπροσώπων του Κιέβου που θα αναλάβουν την ευθύνη για την εφαρμογή της. Η τοποθέτηση αυτή, ωστόσο, δεν αποσαφηνίζει εάν η Μόσχα είναι διατεθειμένη να αναθεωρήσει τις εδαφικές και πολιτικές απαιτήσεις της.
Οι τελευταίες ειρηνευτικές συνομιλίες με αμερικανική διαμεσολάβηση είχαν πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο, πριν από την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Έκτοτε, η διπλωματική διαδικασία δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική σύγκλιση, καθώς οι δύο εμπόλεμες πλευρές παραμένουν μακριά από μια κοινά αποδεκτή συμφωνία.
Το ενεργειακό άνοιγμα Τραμπ προς τη Ρωσία και το πολιτικό κόστος
Η πρόταση για τη σύνοδο κορυφής συμπίπτει με μια πιο χειροπιαστή αλλαγή στην αμερικανική πολιτική: τη συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ και την προσωρινή αναστολή της εφαρμογής νέων κυρώσεων σε βάρος της Μόσχας.
Ο Τραμπ και ο Πούτιν συζήτησαν την επαναφορά ρωσικών ποσοτήτων ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με τις ΗΠΑ να προχωρούν σε προσωρινή εξαίρεση από τους περιορισμούς που αφορούν τις ρωσικές εξαγωγές. Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε την κίνηση ως μέτρο για την αντιμετώπιση της αύξησης των τιμών των καυσίμων, ενώ ο Τραμπ υπερασπίστηκε την απόφασή του υποστηρίζοντας ότι δεν επιθυμεί να απομακρύνει τη Ρωσία από τις διαπραγματεύσεις.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, την Κυριακή, κατηγόρησε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι δεν επιδιώκει πραγματικά τον τερματισμό του πολέμου. Παράλληλα, εξήγησε ότι η αναστολή των κυρώσεων αποτελεί μέρος της προσπάθειάς του να διατηρήσει ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα.
Η επιχειρηματολογία του Λευκού Οίκου, ωστόσο, συναντά έντονη αμφισβήτηση. Αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν από τον Guardian και το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (CFR) εκτιμούν ότι η συμφωνία ενδέχεται να έχει περιορισμένη επίδραση στις τιμές των καυσίμων, καθώς οι ποσότητες χρειάζονται χρόνο για να φτάσουν στις αγορές, ενώ παραμένουν αβεβαιότητες ως προς την πραγματική δυνατότητα της Ρωσίας να αυξήσει τις εξαγωγές της.
Η αντίφαση είναι εμφανής: ενώ ο Τραμπ επικαλείται την ανάγκη να συγκρατήσει το κόστος ενέργειας για τους Αμερικανούς καταναλωτές, η συμφωνία προσφέρει στη Μόσχα μια διπλωματική και οικονομική ανάσα, την ώρα που ο πόλεμος συνεχίζεται. Για την Ουκρανία, η επανεμφάνιση του ρωσικού ντίζελ στην αγορά συνιστά ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να χαλαρώσει την πίεση προς τον Πούτιν χωρίς να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχες δεσμεύσεις από τη ρωσική πλευρά.
Η ανησυχία εντείνεται επειδή η αμερικανική πλευρά έχει ζητήσει από το Κίεβο να περιορίσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια και ενεργειακές εγκαταστάσεις. Οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη πλήττουν υποδομές που έχουν οικονομική σημασία για τη Μόσχα, ενώ οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να εξαπολύουν πυραυλικές επιθέσεις και επιδρομές με drones εναντίον ουκρανικών πόλεων και ενεργειακών δικτύων.

Πούτιν κατά τη συνάντησή του με Κούσνερ και Γουϊτκοφ © EPA/GAVRIIL GRIGOROV / SPUTNIK / KREMLIN / POOL
Η Ουάσιγκτον επίσης προωθεί την επιστροφή μεγαλύτερων ποσοτήτων ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη, επιχειρώντας να προσφέρει στη Μόσχα οικονομικά κίνητρα για μια ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία. Σύμφωνα με τους New York Times, οι απεσταλμένοι του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, παρουσίασαν την πρόταση σε Ουκρανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους, καθώς και στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κατά τις συνομιλίες στο Κίεβο τον περασμένο μήνα.
Το σχέδιο προβλέπει να εξεταστεί η επαναλειτουργία των αγωγών που μετέφεραν ρωσικό αέριο μέσω Ουκρανίας, εξασφαλίζοντας παράλληλα έσοδα από τέλη διέλευσης για το Κίεβο και χαμηλότερες τιμές ενέργειας για την Ευρώπη. Ωστόσο, η προοπτική αυτή σηματοδοτεί ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής, καθώς η Ουάσιγκτον επί χρόνια ενθάρρυνε την Ευρώπη να απεξαρτηθεί από τη Μόσχα.
Οι συζητήσεις φέρεται να περιλαμβάνουν και τον υποθαλάσσιο αγωγό Nord Stream 2, ενώ Ευρωπαίοι και Ουκρανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να επιδιώξουν μερίδιο στα κέρδη των ρωσικών εξαγωγών. Ο Λευκός Οίκος, πάντως, υποστηρίζει ότι ο αγωγός δεν αποτέλεσε αντικείμενο πρόσφατων συνομιλιών.
Η Γερμανία αντιτίθεται στην πρόταση, φοβούμενη νέα εξάρτηση από τη Ρωσία. Η ΕΕ έχει δεσμευτεί να τερματίσει τις εισαγωγές ρωσικού αερίου έως το 2027, ενώ το μερίδιο της Μόσχας στις ευρωπαϊκές εισαγωγές υποχώρησε στο 13% το 2025, από 45% το 2021. Παράλληλα, οι επαφές Ουάσιγκτον–Μόσχας επεκτείνονται και σε άλλα πεδία, όπως η πιθανή δημιουργία κέντρων δεδομένων με ρωσική πυρηνική ενέργεια, εντείνοντας τις ευρωπαϊκές ανησυχίες για τις ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες.
Ο Τραμπ έχει επίσης υποστηρίξει ότι συμφωνήθηκε ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Ωστόσο, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι ενημερώθηκε για αυτήν από τα μέσα ενημέρωσης, γεγονός που υπογραμμίζει το έλλειμμα συντονισμού μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου. Το Κρεμλίνο, από την πλευρά του, δεν έχει επιβεβαιώσει με σαφήνεια ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία για την παύση των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές.
Η εικόνα αυτή ενισχύει την κριτική ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ασκεί μεγαλύτερη πίεση στην πλευρά που δέχεται την επίθεση, αντί να απαιτεί από τη Ρωσία να περιορίσει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις. Το ερώτημα είναι αν η οικονομική προσέγγιση θα λειτουργήσει ως κίνητρο για τον τερματισμό του πολέμου ή αν θα μειώσει το κόστος συνέχισής του για τη Μόσχα.
Η Ευρώπη φοβάται με τον Τραμπ ότι μένει μόνη απέναντι στη Ρωσία
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η αλλαγή στάσης του Τραμπ δημιουργεί ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα. Από τη μία πλευρά, εξακολουθούν να χρειάζονται την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη, την ανταλλαγή πληροφοριών και την προμήθεια οπλικών συστημάτων. Από την άλλη, καλούνται να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο η Ουάσιγκτον να επιλέξει μια συμφωνία με τη Μόσχα που θα εξυπηρετεί τις δικές της προτεραιότητες, χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η ανησυχία αποτυπώθηκε στις συζητήσεις της ευρωπαϊκής ηγεσίας στις Βρυξέλλες. Σύμφωνα με το Bloomberg, αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες θεωρούν ότι η τάση του Τραμπ να επικρίνει το Κίεβο και να προσφέρει διευκολύνσεις στη Μόσχα δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή απόκλιση, αλλά μια πραγματικότητα για την οποία πρέπει να προετοιμαστούν. Ο πρωθυπουργός της Λετονίας, Άντρις Κούλμπεργκς, δήλωσε ότι η Ευρώπη είναι πλέον ο μοναδικός πραγματικός σύμμαχος που διαθέτει η Ουκρανία.
Η κρίση εμπιστοσύνης εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για το Κίεβο. Ο πόλεμος πλησιάζει στον πέμπτο χειμώνα του, ενώ οι ρωσικές επιθέσεις προκαλούν εκτεταμένες διακοπές ηλεκτροδότησης και υδροδότησης. Η Ουκρανία αντιμετωπίζει επίσης ελλείψεις αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την αντιμετώπιση των ρωσικών βαλλιστικών πυραύλων και άλλων εναέριων απειλών.
Την ίδια στιγμή, η χρηματοδότηση της ουκρανικής άμυνας επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς. Ο Ζελένσκι ζήτησε από τους Ευρωπαίους ηγέτες επιπλέον 70 δισ. ευρώ για το 2027, υποστηρίζοντας ότι το συνολικό κόστος του πολέμου για την επόμενη χρονιά θα ανέλθει σε 155 δισ. ευρώ. Το ποσό που ζητά είναι περίπου διπλάσιο από την εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τις ανάγκες κάλυψης του δημοσιονομικού κενού της Ουκρανίας, τις οποίες το Ταμείο υπολογίζει σε 30-35 δισ. ευρώ.

Ζελένσκι και Μερτς στο Κίεβο © EPA/Tobias Koch
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αναγνώρισε ότι τα 90 δισ. ευρώ σε δάνεια που έχουν εξασφαλιστεί για την τρέχουσα περίοδο δεν θα επαρκέσουν. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επισήμανε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξακολουθήσει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά χρειάζεται να συνεισφέρουν και άλλοι εταίροι, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Η αναζήτηση πρόσθετων πόρων επαναφέρει, παράλληλα, στο προσκήνιο την αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Η Γερμανία, η Φινλανδία και η Σουηδία συγκαταλέγονται στις χώρες που επανέφεραν την πρόταση, η οποία είχε συναντήσει αντιδράσεις, μεταξύ άλλων από το Βέλγιο. Για την Ευρώπη, η επιλογή αυτή μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για νέες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, αλλά εξακολουθεί να συνοδεύεται από σημαντικές πολιτικές και νομικές δυσκολίες.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν χαρακτήρισε τη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για το ντίζελ επιζήμια, υποστηρίζοντας ότι στέλνει αρνητικό μήνυμα και εντείνει τις αμφιβολίες για τη δυτική ενότητα. Παράλληλα, έθεσε ως προτεραιότητα την αποκατάσταση των ουκρανικών πηγών εσόδων, επισημαίνοντας ότι οι ρωσικοί περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα στη Μαύρη Θάλασσα εμποδίζουν τις εξαγωγές ουκρανικών σιτηρών, με συνέπειες τόσο για τον προϋπολογισμό του Κιέβου όσο και για τις χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής που εξαρτώνται από αυτές τις προμήθειες.
Η Ευρώπη, επομένως, επιχειρεί να διατηρήσει σταθερή γραμμή: συνέχιση των κυρώσεων, οικονομική στήριξη της Ουκρανίας και απόρριψη μιας ειρηνευτικής συμφωνίας που θα απαιτούσε από το Κίεβο να παραχωρήσει εδάφη. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, υπογράμμισε ότι η πίεση πρέπει να ασκηθεί στον επιτιθέμενο και όχι στο θύμα του πολέμου.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή στρατηγική έχει ένα σαφές όριο. Η διατήρηση της αμερικανικής υποστήριξης παραμένει κρίσιμη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την ουκρανική άμυνα. Οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να καλύψουν εύκολα μια ενδεχόμενη πλήρη αποχώρηση των ΗΠΑ, ακόμη κι αν αναλαμβάνουν πλέον μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης και της προμήθειας όπλων.
Οι τιμές των καυσίμων και το εσωτερικό πολιτικό στοίχημα του Τραμπ
Η ενεργειακή διάσταση της προσέγγισης με τη Ρωσία συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο στο Ιράν. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και οι κίνδυνοι για τις θαλάσσιες μεταφορές έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την επάρκεια των καυσίμων, αυξάνοντας την πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση να συγκρατήσει τις τιμές. Ο Τραμπ επιδιώκει να παρουσιάσει τη συμφωνία με τον Πούτιν ως άμεση απάντηση σε αυτή την ανάγκη, ενώ πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.
Οι αναλύσεις διεθνών μέσων, ωστόσο, αμφισβητούν κατά πόσο οι ρωσικές προμήθειες μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση στους Αμερικανούς καταναλωτές. Ο Guardian επισημαίνει ότι η μεταφορά του καυσίμου απαιτεί χρόνο και ότι οι ζημιές σε ρωσικά διυλιστήρια ενδέχεται να περιορίσουν τις διαθέσιμες ποσότητες. Το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων εκτιμά επίσης ότι η συμφωνία μπορεί να υπονομεύσει την πίεση προς τη Ρωσία, χωρίς να επιφέρει ανάλογη μείωση στις τιμές των καυσίμων.
Η κρίση με το Ιράν, συνεπώς, δεν αποτελεί απλώς παράλληλη γεωπολιτική εξέλιξη. Επηρεάζει τους υπολογισμούς της Ουάσιγκτον, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος δημιουργεί πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η συμφωνία με τη Μόσχα μπορεί να προσφέρει στον Τραμπ ένα επιχείρημα ότι αναζητά νέες πηγές εφοδιασμού, αλλά δεν εγγυάται ότι θα αντισταθμίσει τις διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Οι αγορές αποτυπώνουν αυτή την αβεβαιότητα. Το πετρέλαιο Brent έχει ανέβει γύρω από τα 107 δολ. το βαρέλι. Η εξέλιξη των τιμών επηρεάζονται τόσο από τις προοπτικές πρόσθετων προμηθειών ντίζελ από τη Ρωσία όσο και από τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τους κινδύνους για τις ενεργειακές υποδομές και τις θαλάσσιες μεταφορές.
Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια του Τραμπ να συνδέσει την προσέγγιση με τη Μόσχα με την αποκλιμάκωση των τιμών ενέχει σημαντικούς κινδύνους. Εάν η συμφωνία δεν έχει μετρήσιμο αντίκτυπο στην αγορά, η Ουάσιγκτον θα έχει προσφέρει πολιτικό και οικονομικό περιθώριο στη Ρωσία χωρίς να εξασφαλίσει το βασικό εγχώριο όφελος που επικαλείται. Αντίθετα, εάν οι προμήθειες αυξηθούν και οι τιμές υποχωρήσουν, ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή συνεργασία αποτελεί εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Η στάση του Τραμπ επηρεάζεται επίσης από την ανάγκη να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο. Παρότι είχε υποσχεθεί ότι θα έφερνε γρήγορα ειρήνη στην Ουκρανία, η διπλωματική διαδικασία παραμένει στάσιμη. Η πίεση προς τον Ζελένσκι να αποδεχθεί παραχωρήσεις ενδέχεται να επιταχύνει την αναζήτηση συμφωνίας, αλλά δεν εξασφαλίζει ότι η Ρωσία θα εγκαταλείψει τους στόχους της.
Το Κίεβο, από την πλευρά του, επιμένει ότι η αναστολή των κυρώσεων και η επαναφορά των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών στέλνουν μήνυμα επιβράβευσης της Μόσχας. Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η Ρωσία συνεχίζει να πλήττει ενεργειακές εγκαταστάσεις και πολιτικούς στόχους, ενώ η Ουκρανία εισέρχεται σε έναν ακόμη χειμώνα με περιορισμένα αποθέματα αντιαεροπορικών πυραύλων και αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης.

Μαρκ Ρούτε και Ντόναλντ Τραμπ στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα © EPA/FILIP SINGER
Παράλληλα μέσα στις ΗΠΑ ενόψει ενδιάμεσων εκλογών ο Ντόναλντ Τραμπ κινδυνεύει να προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, εάν αποδεχθεί την πρόταση του Βλαντίμιρ Πούτιν για τριμερή σύνοδο με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Σύμφωνα με τη New York Post, ακόμη και η ανακοίνωση μιας τέτοιας συνάντησης θα προκαλούσε αντιδράσεις, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος θα βρισκόταν στο ίδιο τραπέζι με τους ηγέτες δύο χωρών που η Ουάσιγκτον θεωρεί στρατηγικούς αντιπάλους.
Η New York Post παρομοιάζει την πιθανή τριμερή σύνοδο με μια σύγχρονη εκδοχή της Διάσκεψης της Γιάλτας το 1945, όταν ο Ιωσήφ Στάλιν εξασφάλισε γεωπολιτικά οφέλη για τη Σοβιετική Ένωση. Η βασική διαφορά, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα διαπραγματευόταν με δύο στρατηγικούς αντιπάλους των ΗΠΑ, ενώ η απουσία του Βολοντίμιρ Ζελένσκι από συζητήσεις για την Ουκρανία παραπέμπει στη Συμφωνία του Μονάχου του 1938.
Η εφημερίδα προειδοποιεί για πιθανές αντιδράσεις στους Ρεπουμπλικανούς και εκτιμά ότι η Μόσχα, μπορεί να αποσπάσει διπλωματικά όσα δεν πέτυχε στρατιωτικά.
Η Κίνα ως τρίτος πόλος και το μέλλον της δυτικής συμμαχίας
Η πιθανή συμμετοχή του Σι Τζινπίνγκ σε μια συνάντηση με τον Τραμπ και τον Πούτιν προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην κρίση. Για το Πεκίνο, η προοπτική να βρεθεί στο ίδιο τραπέζι με τους ηγέτες των ΗΠΑ και της Ρωσίας προσφέρει τη δυνατότητα να ενισχύσει τον διπλωματικό του ρόλο, χωρίς να αναλάβει άμεσα το κόστος μιας στρατιωτικής ή οικονομικής εμπλοκής στον πόλεμο.
Η Κίνα διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να προστατεύσει τις οικονομικές σχέσεις της με τις διεθνείς αγορές. Μια τριμερής συνάντηση θα της επέτρεπε να εμφανιστεί ως μέρος μιας διαδικασίας που αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη διεθνή σταθερότητα. Δεν είναι, ωστόσο, δεδομένο ότι η συμμετοχή του Σι θα οδηγούσε σε συμφωνία, καθώς οι διαφορές μεταξύ Μόσχας και Κιέβου παραμένουν βαθιές.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο Τραμπ επιδιώκει να αξιοποιήσει την Κίνα ως μοχλό πίεσης προς τον Πούτιν ή αν προκρίνει μια συμφωνία μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, με την Ουκρανία και την Ευρώπη σε δευτερεύοντα ρόλο. Η δεύτερη εκδοχή θα προκαλούσε σοβαρές ανησυχίες στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς θα δημιουργούσε προηγούμενο για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των Ευρωπαίων.
Παράλληλα, η αμερικανική στάση δοκιμάζει τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Η αμφιβολία για τη σταθερότητα της υποστήριξης προς την Ουκρανία επηρεάζει τον σχεδιασμό της ευρωπαϊκής άμυνας και ενισχύει τις πιέσεις για μεγαλύτερη αυτονομία σε στρατιωτικές δυνατότητες, προμήθειες και πληροφορίες. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων απαιτεί χρόνο, χρήματα και πολιτική συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με δύο παράλληλες προκλήσεις: να αποτρέψει μια ειρηνευτική συμφωνία που θα επιβραβεύει τη ρωσική εισβολή και να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να περιορίσουν τη συμμετοχή τους στην ουκρανική άμυνα. Η διατήρηση των κυρώσεων, η εξασφάλιση νέων χρηματοδοτικών πόρων και η ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής αποτελούν βασικά εργαλεία, αλλά δεν μπορούν από μόνα τους να υποκαταστήσουν την αμερικανική στρατιωτική συνδρομή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση για μια συνάντηση Τραμπ – Πούτιν – Σι αποκτά σημασία πολύ πέρα από τη διπλωματική της διάσταση. Θα μπορούσε να αποτελέσει βήμα προς μια νέα προσπάθεια τερματισμού του πολέμου, αλλά και να επιβεβαιώσει ότι οι ισορροπίες μετακινούνται προς μια διαπραγμάτευση στην οποία η Μόσχα αποκτά περιθώρια ελιγμών, η Κίνα ενισχύει τη θέση της και η Ευρώπη αναγκάζεται να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος.
Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το εάν η Ουάσιγκτον θα συνδέσει τις οικονομικές διευκολύνσεις προς τη Ρωσία με συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Χωρίς τέτοιους όρους, η προσέγγιση ενδέχεται να αποδυναμώσει την πίεση προς τον Πούτιν, χωρίς να εξασφαλίσει ειρήνη στην Ουκρανία. Και για την Ευρώπη, το μεγαλύτερο ρίσκο είναι να βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας συμφωνίας που δεν θα έχει διαμορφώσει η ίδια, αλλά θα κληθεί να χρηματοδοτήσει και να διαχειριστεί.
