ΗΠΑ, Νότια Κορέα, Ιαπωνία και άλλες ισχυρές δυτικές χώρες επιδιώκουν διάλογο μαζί με τον Κίμ Γιονγκ Ουν, αλλά η Πιονγκγιάνγκ έχει πλέον λιγότερους λόγους να υποχωρήσει απέναντι στις πιέσεις της Δύσης.
Ο Κιμ Γιονγκ Ουν βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο ενός έντονου διπλωματικού ανταγωνισμού. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επιθυμεί να συναντηθεί μαζί του κατά την επίσκεψή του στην Ασία τον επόμενο μήνα.
Αντίστοιχες επιδιώξεις έχουν ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Λι Τζε Μιουνγκ, και η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι.
Η αυξημένη κινητικότητα γύρω από τον Βορειοκορεάτη ηγέτη αντανακλά μια σημαντική αλλαγή στις διεθνείς ισορροπίες. Η χώρα που για χρόνια αντιμετωπιζόταν ως διεθνώς απομονωμένο κράτος διαθέτει πλέον ισχυρότερα ερείσματα, χάρη στις σχέσεις της με το Πεκίνο και τη Μόσχα.
Η ρωσική συμμαχία αλλάζει τα δεδομένα
Η συμμετοχή της Βόρειας Κορέας στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχει ενισχύσει τη θέση του Κιμ. Η Πιονγκγιάνγκ έχει προσφέρει όπλα και στρατιωτική υποστήριξη στη Μόσχα, αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη και ενισχύοντας τη στρατηγική της αξία για τη Ρωσία και την Κίνα.
Παράλληλα, Βορειοκορεάτες στρατιώτες, μηχανικοί και ειδικοί σε επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών και μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχουν αναπτύξει δράση προς υποστήριξη των ρωσικών επιχειρήσεων. Η εμπειρία τους από το σύγχρονο πεδίο μάχης μπορεί να συμβάλει στην αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας.
Την ίδια στιγμή, νέες υποδομές στα σύνορα με την Κίνα και τη Ρωσία διευκολύνουν τις οικονομικές σχέσεις της Βόρειας Κορέας με τους δύο σημαντικότερους εταίρους της, περιορίζοντας ενδεχομένως την αποτελεσματικότητα των διεθνών κυρώσεων.
Το καθεστώς της οικογένειας Κιμ έχει συγκεντρώσει έως και 22 δισ. δολάρια σε έσοδα από το εξωτερικό την περίοδο 2022-2025, σύμφωνα με το Bloomberg.
Γιατί δεν βιάζεται να διαπραγματευτεί
Η ενισχυμένη θέση του Κιμ περιορίζει την αποτελεσματικότητα της διπλωματικής πίεσης. Η άρση των κυρώσεων, που αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά χαρτιά της Ουάσιγκτον, ενδέχεται πλέον να έχει μικρότερη βαρύτητα για την Πιονγκγιάνγκ.
Ο Βορειοκορεάτης ηγέτης δεν έχει ανταποκριθεί ουσιαστικά στις πρωτοβουλίες του Τραμπ, ενώ έχει απορρίψει τις προτάσεις της Σεούλ για συνομιλίες με στόχο τον επίσημο τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δύο Κορεών και την αναστολή της πυρηνικής ανάπτυξης.
Αρνητική ήταν και η αντίδραση της Πιονγκγιάνγκ στην πρόταση της Ιαπωνίας για σύνοδο κορυφής, με στόχο την επίλυση του ζητήματος των Ιαπώνων πολιτών που απήχθησαν από τη Βόρεια Κορέα.
Η προηγούμενη συνάντηση Τραμπ και Κιμ, στο Βιετνάμ το 2019, είχε ολοκληρωθεί χωρίς συμφωνία, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο μια νέα συνάντηση θα μπορούσε να αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα.
Ο κίνδυνος στρατιωτικής κλιμάκωσης
Η ενίσχυση του πυρηνικού οπλοστασίου της Βόρειας Κορέας και η βελτίωση των συμβατικών στρατιωτικών δυνατοτήτων της προκαλούν αυξανόμενη ανησυχία στην περιοχή. Οι πρόσφατες δοκιμές πυραύλων και οι εντάσεις στα σύνορα με τη Νότια Κορέα εντείνουν τον φόβο ενός ατυχήματος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη σύγκρουση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο διάλογος με τον Κιμ δεν μπορεί να περιορίζεται στην απαίτηση για άμεση αποπυρηνικοποίηση. Η αποκατάσταση των διαύλων επικοινωνίας, η αποτροπή στρατιωτικών επεισοδίων και η μείωση του κινδύνου πολέμου αποτελούν πιο άμεσους και ρεαλιστικούς στόχους.
Η Ουάσιγκτον, η Σεούλ και το Τόκιο καλούνται, επομένως, να αναζητήσουν μια κοινή στρατηγική που θα ενισχύει τη συνεργασία τους και θα περιορίζει τις πιθανότητες κλιμάκωσης.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο Κιμ Γιονγκ Ουν εμφανίζεται σήμερα ισχυρότερος και δυσκολότερο να πιεστεί από ποτέ. Και όσο οι διεθνείς συμμαχίες του αποδίδουν οικονομικά και στρατιωτικά οφέλη, τόσο λιγότερα κίνητρα θα έχει για να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους όρους των αντιπάλων του.
