Ο προϋπολογισμός του 2027 αναδεικνύεται στο πλέον κρίσιμο τεστ για την πιστοληπτική εικόνα της Γαλλίας, αποφάνθηκε η Moody’s καθώς η κυβέρνηση καλείται να περιορίσει το έλλειμμα μέσα σε περιβάλλον πολιτικού κατακερματισμού, κοινωνικών κινητοποιήσεων και αυξανόμενου κόστους δανεισμού. Η Moody’s Ratings προβλέπει ότι το γαλλικό δημόσιο χρέος θα ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ το επόμενο έτος και θα συνεχίσει να αυξάνεται μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Ο οίκος ολοκλήρωσε την περιοδική επανεξέταση της Γαλλίας, διευκρινίζοντας ότι η διαδικασία δεν αποτελεί νέα αξιολογική απόφαση ούτε προαναγγέλλει αλλαγή της αξιολόγησης στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα με τους φόβους ότι θα την υποβάθμιζε, τη διατήρησε στη βαθμίδα Aa3 με αρνητικές προοπτικές, επισημαίνοντας ότι η εύρωστη, διαφοροποιημένη οικονομία και οι ισχυροί δημόσιοι θεσμοί της στηρίζουν την πιστοληπτική της θέση.
Ωστόσο, προσέθεσε, η κοινοβουλευτική πολυδιάσπαση και οι συγκρούσεις γύρω από την κυβερνητική πολιτική δυσχεραίνουν τη δημοσιονομική προσαρμογή. Παράλληλα, η ασθενέστερη ανάπτυξη και τα μεγαλύτερα ελλείμματα έχουν επιβαρύνει το χρέος περισσότερο από όσο υπολόγιζε προηγουμένως ο οίκος.
Δύσκολη εξίσωση η μείωση του ελλείμματος
Η διατήρηση της αξιολόγησης Aa3 στηρίζεται στην παραδοχή ότι θα εγκριθεί προϋπολογισμός για το 2027 που θα μειώνει το έλλειμμα, τονίζει η έκθεση της Moody’s. Προϋποθέτει επίσης κάποια αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησης και των κοινωνικών εντάσεων τους επόμενους μήνες.
Το βασικό σενάριο της Moody’s προβλέπει ότι ο προϋπολογισμός θα εγκριθεί τελικά, ενδεχομένως μέσω προεδρικού διατάγματος, καθώς θα είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί η απαραίτητη πολιτική συναίνεση. Η διαδικασία, όμως, συμπίπτει με ορισμένες από τις εκτενέστερες κοινωνικές κινητοποιήσεις που έχει αντιμετωπίσει η Γαλλία εδώ και πολλά χρόνια.
Ο οίκος τοποθετεί το έλλειμμα στο 5,2% του ΑΕΠ το 2027, έναντι 5,4% το 2026. Η εκτίμηση είναι δυσμενέστερη από τον στόχο του 5% που περιλαμβάνεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού.
Η απόκλιση αντανακλά δύο βασικές επιφυλάξεις: η ανάπτυξη αναμένεται χαμηλότερη από την κυβερνητική πρόβλεψη, περιορίζοντας τα έσοδα, ενώ η πλήρης υλοποίηση των σχεδιαζόμενων περικοπών δαπανών θεωρείται πολιτικά δύσκολη.
Το βάρος περνά και στην επόμενη κυβέρνηση
Ακόμη και εάν επιτευχθεί ο στόχος για τη μείωση του ελλείμματος, η σταθεροποίηση του χρέους θα απαιτήσει σημαντική και διαρκή προσπάθεια μετά τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου και του Μαΐου 2027, τονίζει ο οίκος.
Η Moody’s αναμένει ότι ο επόμενος πρόεδρος και η νέα κυβέρνηση θα επιδιώξουν τη συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Δεν θεωρεί, ωστόσο, πιθανή μια ταχεία προσαρμογή, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός, οι κοινωνικές αντιδράσεις και η υποτονική ανάπτυξη θα εξακολουθήσουν να περιορίζουν τα περιθώρια δράσης.
Η προοπτική αυτή εξηγεί γιατί το χρέος εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται έως το τέλος της δεκαετίας, παρά την αναμενόμενη σταδιακή υποχώρηση του ελλείμματος.
Πρόσθετη πίεση από την αγορά ομολόγων
Στις δημοσιονομικές δυσκολίες προστίθεται η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών τίτλων. Σύμφωνα με τη Moody’s, η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έχει αυξηθεί περίπου κατά 150 μονάδες βάσης από τις αρχές του 2026, ταχύτερα από τις προηγούμενες προβλέψεις της.
Μέρος της μεταβολής συνδέεται με διαρθρωτικούς παράγοντες που επηρεάζουν διεθνώς τις αγορές κρατικού χρέους. Ωστόσο, περισσότερο από το ήμισυ της φετινής ανόδου προέρχεται από τη διεύρυνση της διαφοράς των αποδόσεων των γαλλικών τίτλων έναντι των γερμανικών.
Η εξέλιξη απειλεί να επιδεινώσει τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους, σημειώνει η Moody’s. Aνάχωμα προσφέρει η σταθμισμένη μέση διάρκειά του, περίπου 8,5 έτη: το αυξημένο κόστος πρέπει να διατηρηθεί επί μακρόν για να επιβαρύνει ουσιαστικά τους σχετικούς δείκτες.
Οι παράγοντες που θα κρίνουν την αξιολόγηση
Οι αρνητικές προοπτικές αποτυπώνουν τον κίνδυνο η πολιτική αστάθεια να εμποδίσει αποτελεσματικές παρεμβάσεις, οδηγώντας σε ταχύτερη επιδείνωση των πιστοληπτικών δεικτών. Με αυτά τα δεδομένα, αναβάθμιση θεωρείται εξαιρετικά απίθανη στο άμεσο μέλλον.
Επιστροφή σε σταθερές προοπτικές θα απαιτούσε σαφείς ενδείξεις μείωσης του ελλείμματος και αισθητής επιβράδυνσης της επιδείνωσης της δυνατότητας εξυπηρέτησης του χρέους.
Θετικά θα λειτουργούσε επίσης η επαναφορά βασικών διατάξεων της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του 2023 ή μια εναλλακτική συμφωνία μεταρρυθμίσεων που θα διασφάλιζε τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος και των δημόσιων οικονομικών.
Αντίθετα, υποβάθμιση θα μπορούσε να προκαλέσει η ενίσχυση των ενδείξεων θεσμικής αδυναμίας λήψης μέτρων. Πρόσθετες πιέσεις θα δημιουργούσε μια παρατεταμένη αναστολή ή ανατροπή προηγούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως στις συντάξεις. Λιγότερο πιθανό, αλλά υπαρκτό, κίνδυνο αποτελεί και η περαιτέρω κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.
