Το μερίδιο των δαπανών των αμερικανικών νοικοκυριών που κατευθύνεται σε αλκοολούχα ποτά υποχώρησε το 2025 στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1984, σε μια ακόμη ένδειξη ότι οι καταναλωτές στις ΗΠΑ απομακρύνονται σταδιακά από το αλκοόλ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ετήσιας έρευνας καταναλωτικών δαπανών που δημοσίευσε το Γραφείο Στατιστικής Εργασίας των ΗΠΑ (BLS), τα αλκοολούχα ποτά αντιστοιχούσαν μόλις στο 0,77% των μέσων δαπανών των νοικοκυριών το 2025, με ετήσια δαπάνη περίπου 542 ευρώ (630 δολάρια) ανά νοικοκυριό.
Το ποσοστό ήταν χαμηλότερο ακόμη και από το 0,78% που είχε καταγραφεί το 2020, κατά τη διάρκεια των περιορισμών της πανδημίας.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών. Οι ανησυχίες για την υγεία, η αυξημένη έμφαση στην ευεξία και οι προειδοποιήσεις για τις αρνητικές συνέπειες του αλκοόλ επηρεάζουν ολοένα περισσότερο τις επιλογές των καταναλωτών.
Η εικόνα στην Ευρώπη: Μείωση, αλλά όχι παντού
Η τάση δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ, αν και η εξέλιξη διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η μέση ετήσια κατανάλωση αλκοόλ στις χώρες του οργανισμού διαμορφώθηκε στα 8,5 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά άτομο ηλικίας 15 ετών και άνω το 2023.
Μεταξύ 2013 και 2023, οι περισσότερες χώρες κατέγραψαν μείωση. Το Βέλγιο, η Λιθουανία (και η Κίνα εκτός Ευρώπης) σημείωσαν από τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις, τουλάχιστον 2,5 λίτρων ανά άτομο. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ενιαία: στην Ισπανία, την Πορτογαλία (και το Μεξικό) η κατανάλωση αυξήθηκε κατά τουλάχιστον δύο λίτρα ανά άτομο στην ίδια δεκαετία.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η μέση κατανάλωση μειώθηκε κατά 3% μεταξύ 2010 και 2022, φτάνοντας τα 10 λίτρα ανά ενήλικο. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με σημαντική πτώση: η κατανάλωση ανά κάτοικο μειώθηκε κατά 24% στη συγκεκριμένη περίοδο. Αντίστοιχα, η Φινλανδία κατέγραψε μείωση 22% και η Κροατία 16%.
Αυστραλία και Ηνωμένο Βασίλειο: Περισσότερη αποχή και λιγότερο συχνό ποτό
Στην Αυστραλία, η ποσότητα καθαρής αλκοόλης που ήταν διαθέσιμη προς κατανάλωση ανά κάτοικο μειώθηκε από 10,9 λίτρα το 2020-2021 σε 9,8 λίτρα το 2023-2024. Η τελευταία περίοδος κατέγραψε τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση από τότε που άρχισε η σχετική καταγραφή, το 1960-1961.
Στην Αγγλία, τα στοιχεία της Έρευνας Υγείας του 2024 δείχνουν ότι το 24% των ενηλίκων δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ τους προηγούμενους 12 μήνες, έναντι 19% το 2022.
Παράλληλα, η συχνή κατανάλωση περιορίζεται: το ποσοστό όσων έπιναν τουλάχιστον πέντε ημέρες την εβδομάδα μειώθηκε από 11,6% το 2015 σε 8,4% το 2024.
Οι δείκτες αυτοί δεν μετρούν ακριβώς το ίδιο πράγμα: άλλοι καταγράφουν την πραγματική κατανάλωση ή τις πωλήσεις, άλλοι τη συχνότητα κατανάλωσης και άλλοι τις δαπάνες των νοικοκυριών. Συνολικά, ωστόσο, καταγράφουν μια σαφή μετατόπιση σε αρκετές αγορές προς λιγότερο συχνή ή χαμηλότερη κατανάλωση.
Πίεση στις εταιρείες και στροφή σε νέα προϊόντα
Η υποχώρηση της κατανάλωσης επιβαρύνει τις εταιρείες του κλάδου, οι οποίες αντιμετωπίζουν υποτονικές πωλήσεις μετά την πανδημία. Οι επενδυτές εμφανίζονται επίσης επιφυλακτικοί: οι μετοχές των Diageo και Brown-Forman έχουν χάσει πάνω από το 50% της αξίας τους την τελευταία πενταετία, ενώ οι Constellation Brands και Molson Coors έχουν υποχωρήσει περίπου 40% και 11% αντίστοιχα.
Για να αντιμετωπίσουν την αλλαγή, οι παραγωγοί επεκτείνονται σε έτοιμα κοκτέιλ, τα οποία προσφέρουν διαφορετικές γεύσεις και προσιτές επιλογές, καθώς και σε προϊόντα υψηλότερης κατηγορίας τιμής. Η στρατηγική αυτή στοχεύει σε καταναλωτές που πίνουν λιγότερο, αλλά ενδέχεται να είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν περισσότερα για κάθε αγορά.
Η αγορά αλκοόλ δεν υποχωρεί με τον ίδιο ρυθμό παντού. Σε κάποιες άλλες χώρες, όχι ιδιαίτερα ανεπτυγμένες, παρατηρείται αύξηση.
Τα διαθέσιμα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι σε αρκετές ανεπτυγμένες οικονομίες οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου η συχνή κατανάλωση δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
