Για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα συνεχίζεται η 48ωρη απεργία των ταξί, η οποία ξεκίνησε χθες, Τρίτη, το πρωί, έπειτα από απόφαση που ελήφθη με πλειοψηφία στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΑΤΑ την προηγούμενη Πέμπτη 8 Ιανουαρίου. Βασικός λόγος της απεργίας είναι η έντονη αντίδραση του κλάδου στην υποχρεωτική μετάβαση των ταξί στην ηλεκτροκίνηση από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Όπως επισημαίνει το ΣΑΤΑ, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων μέσω νέων επαναλαμβανόμενων 48ωρων απεργιών. Ο πρόεδρος του ΣΑΤΑ, Θύμιος Λυμπερόπουλος, έχει δηλώσει ότι η συγκεκριμένη απεργία αποτελεί την αφετηρία ενός ευρύτερου κύκλου δράσεων, υπογραμμίζοντας πως οι οδηγοί ταξί δεν κινούνται με συντεχνιακά κίνητρα, αλλά αγωνίζονται για την προστασία της εργασίας τους, την οποία χαρακτηρίζουν κοινωνικό αγαθό, στο πλαίσιο της δημόσιας μεταφοράς και συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου.
Κομβικό σημείο των διεκδικήσεων είναι η αντίθεση στην άμεση εφαρμογή της ηλεκτροκίνησης. Οι επαγγελματίες του κλάδου ζητούν τη μεταφορά της υποχρέωσης για το 2035, τονίζοντας ότι η εφαρμογή του μέτρου χωρίς επαρκείς υποδομές φόρτισης, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος ενέργειας και τις ιδιαίτερα υψηλές τιμές αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων, δεν συνιστά ουσιαστική περιβαλλοντική πολιτική, αλλά θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των ταξί.
Παράλληλα, το ΣΑΤΑ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθιέρωση σαφών κανόνων λειτουργίας μεταξύ ταξί και ενοικιαζόμενων οχημάτων με οδηγό. Όπως υποστηρίζει, το ταξί διαθέτει το αποκλειστικό δικαίωμα άμεσης μεταφοράς επιβατών από σημείο σε σημείο, ενώ τα ΙΧ με οδηγό δραστηριοποιούνται στη χρονομίσθωση. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η θέσπιση κατώτατης τιμής μίσθωσης στα 150 ευρώ συν ΦΠΑ, με στόχο τον περιορισμό φαινομένων στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
Οι οδηγοί ταξί καταγγέλλουν επίσης ανοχή της Πολιτείας απέναντι σε πολυεθνικές πλατφόρμες μετακίνησης, οι οποίες, όπως υποστηρίζουν, λειτουργούν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, αποσπώντας έσοδα και πλήττοντας τα ελληνικά ραδιοταξί. Σύμφωνα με τους ίδιους, αυτή η πρακτική οδηγεί σε άνιση μεταχείριση και απώλειες για τα δημόσια έσοδα. Στα αιτήματά τους περιλαμβάνεται και η πάγια διεκδίκηση για ελεύθερη διέλευση των έμφορτων ταξί από τις λεωφορειολωρίδες, καθώς θεωρούν ότι αποτελούν μέρος της δημόσιας συγκοινωνίας και ότι ο αποκλεισμός τους επιβαρύνει τόσο την κυκλοφορία όσο και το περιβάλλον.
Ταυτόχρονα, οι επαγγελματίες ζητούν την κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, την οποία χαρακτηρίζουν αδιαπραγμάτευτη «κόκκινη γραμμή», καθώς και την καθιέρωση αφορολόγητου ορίου 12.000 ευρώ για όλους. Όπως τονίζουν, το αυξημένο κόστος καυσίμων, συντήρησης και βασικών αναγκών έχει φέρει ήδη πολλούς οδηγούς σε οριακή κατάσταση.
Τέλος, το ΣΑΤΑ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του λεγόμενου «ερανιστικού» νομοσχεδίου του υπουργείου Μεταφορών, σημειώνοντας ότι εδώ και δυόμισι χρόνια οι σχετικές εξαγγελίες παραμένουν χωρίς αποτέλεσμα, αφήνοντας άλυτα σοβαρά και συσσωρευμένα προβλήματα του κλάδου. Οι οδηγοί ταξί ξεκαθαρίζουν ότι η συνέχιση ή η παύση των κινητοποιήσεων θα εξαρτηθεί από τη στάση της κυβέρνησης, προειδοποιώντας πως σε περίπτωση αδράνειας θα προχωρήσουν σε νέες μορφές κλιμάκωσης.