Τα τελευταία χρόνια η ονοματοδοσία των κακοκαιριών έχει καθιερωθεί ως βασικό εργαλείο επικοινωνίας και έγκαιρης προειδοποίησης, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Η πρακτική αυτή, που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιτρέπει στους επιστήμονες να συγκρίνουν φαινόμενα ανά περίοδο και στους πολίτες να αναγνωρίζουν ευκολότερα τον κίνδυνο. Στην Ευρώπη, ωστόσο, το σύστημα είναι πιο σύνθετο, καθώς μια κακοκαιρία μπορεί να ξεκινήσει με ένα όνομα σε μία χώρα και να διατηρήσει ή να αλλάξει ονομασία καθώς κινείται διασυνοριακά.
Όπως γράφει ο μετεωρολόγος Θοδωρής Κολυδάς σε άρθρο του, η ονοματοδοσία των κακοκαιριών «δεν αποτελεί επικοινωνιακό τέχνασμα, αλλά ένα οργανωμένο εργαλείο έγκαιρης προειδοποίησης και συντονισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Στόχος της είναι η σαφής, ενιαία ενημέρωση πολιτών, αρχών και μέσων ενημέρωσης, ιδιαίτερα όταν αναμένονται φαινόμενα με δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις.
Ποιος και πότε αποφασίζει το όνομα μιας κακοκαιρίας
Η απόφαση για το αν ένα καιρικό σύστημα θα λάβει όνομα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ένταση των φαινομένων σε μία μόνο χώρα. Σύμφωνα με τον Θοδωρή Κολυδά, καθοριστικό ρόλο παίζει το κατά πόσο το σύστημα έχει ή αναμένεται να αποκτήσει διασυνοριακή επίδραση.
Όταν ένα βαρομετρικό χαμηλό προβλέπεται να επηρεάσει περισσότερες από μία χώρες και να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις, τότε το όνομα που του αποδίδεται από την αρμόδια μετεωρολογική υπηρεσία χρησιμοποιείται ενιαία σε όλες τις περιοχές που θα πληγούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κακοκαιρία Kristin, η οποία διατήρησε το αρχικό της όνομα που της έδωσε η πορτογαλική μετεωρολογική υπηρεσία, καθώς επηρέασε διαδοχικά χώρες της δυτικής Ευρώπης.
Στο ίδιο πλαίσιο, όπως σημειώνει ο κ. Κολυδάς, ορθά η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία έδωσε το όνομα Harry σε πρόσφατη κακοκαιρία που έπληξε τη χώρα, καθώς πληρούνταν τα κριτήρια ευρύτερης επίδρασης και επικινδυνότητας.
Πότε ένα καιρικό σύστημα δεν λαμβάνει όνομα
Όπως γράφει ο μετεωρολόγος, δεν ονοματοδοτούνται όλα τα καιρικά συστήματα που επηρεάζουν μια χώρα. Αντίθετα, η απόδοση ονόματος γίνεται επιλεκτικά και μόνο όταν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα καιρικό φαινόμενο δεν «βαφτίζεται» όταν δεν αναμένεται να προκαλέσει αξιόλογες ή εκτεταμένες επιπτώσεις, ακόμη κι αν συνοδεύεται από τοπικά έντονα φαινόμενα. Παροδικές βροχές, μεμονωμένες καταιγίδες ή συνηθισμένες χειμερινές διαταραχές που εντάσσονται στη φυσιολογική εποχική δραστηριότητα δεν πληρούν τα κριτήρια ονοματοδοσίας.
Επιπλέον, ένα σύστημα δεν λαμβάνει όνομα όταν δεν έχει διασυνοριακή διάσταση ή όταν οι επιπτώσεις του περιορίζονται σε μικρή γεωγραφική έκταση, χωρίς να απαιτείται ευρύτερος συντονισμός προειδοποιήσεων σε επίπεδο Ευρώπης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι εθνικές μετεωρολογικές υπηρεσίες εκδίδουν προγνώσεις και προειδοποιήσεις χωρίς την ανάγκη επίσημης ονομασίας.
συγκρατημένη χρήση των ονομάτων είναι σκόπιμη, ώστε να μην υποβαθμίζεται η σημασία τους. Αν κάθε καιρική μεταβολή αποκτούσε όνομα, θα υπήρχε κίνδυνος εφησυχασμού του κοινού και απώλειας της αξιοπιστίας των προειδοποιήσεων.
Οι γεωγραφικές ζώνες συνεργασίας στην Ευρώπη
Η Ευρώπη δεν λειτουργεί ως ένα ενιαίο σύστημα ονοματοδοσίας, αλλά έχει χωριστεί σε επιμέρους γεωγραφικές ομάδες χωρών με παρόμοια κλιματικά και μετεωρολογικά χαρακτηριστικά. Οι ομάδες αυτές συνεργάζονται στενά, ώστε τα ονόματα που αποδίδονται στα καιρικά συστήματα να είναι κοινά αποδεκτά και να χρησιμοποιούνται με συνέπεια.
Στη δυτική ευρωπαϊκή ομάδα, για παράδειγμα, συμμετέχουν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και η Ολλανδία. Άλλες ομάδες καλύπτουν τη βόρεια Ευρώπη, τη νοτιοδυτική Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Η Ελλάδα ανήκει στην ομάδα της Κεντρικής και Ανατολικής Μεσογείου, μαζί με την Κύπρο και το Ισραήλ, με τις αντίστοιχες μετεωρολογικές υπηρεσίες να συνεργάζονται για την επιλογή και χρήση των ονομάτων.
Το πλαίσιο αυτό θεσπίστηκε το 2013 μέσω της EUMETNET, του ευρωπαϊκού δικτύου που περιλαμβάνει 33 εθνικές μετεωρολογικές υπηρεσίες, με στόχο τον καλύτερο συντονισμό και την αποτελεσματικότερη ενημέρωση των πολιτών για τα έντονα καιρικά φαινόμενα.
Προληπτική διαδικασία και διαφορετικά κριτήρια ανά χώρα
Ένα κρίσιμο στοιχείο που επισημαίνει ο Θοδωρής Κολυδάς είναι ότι δεν υπάρχει ενιαίος ευρωπαϊκός ορισμός για το τι συνιστά «καταιγίδα», «ανεμοθύελλα» ή «έντονο φαινόμενο». Κάθε χώρα εφαρμόζει τα δικά της κριτήρια, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες και τις υποδομές της.
Παρά τις διαφορές αυτές, κοινός παρονομαστής είναι ότι η ονοματοδοσία βασίζεται σε προγνώσεις και αναμενόμενες επιπτώσεις και όχι σε γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί. Με άλλα λόγια, ένα καιρικό σύστημα μπορεί να λάβει όνομα προληπτικά, ακόμη κι αν τελικά δεν εξελιχθεί με την ένταση που αρχικά είχε προβλεφθεί.
Γιατί τα ονόματα βοηθούν τη δημόσια ενημέρωση
Η εμπειρία από χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία έχει δείξει ότι η χρήση επίσημων ονομάτων συμβάλλει σημαντικά στη βελτίωση της δημόσιας επικοινωνίας και της διαχείρισης κινδύνου. Οι πολίτες αναγνωρίζουν πιο εύκολα τις προειδοποιήσεις, ενώ μειώνεται η σύγχυση που στο παρελθόν προκαλούσαν οι πολλαπλές και ανεπίσημες ονομασίες από διαφορετικά μέσα ενημέρωσης.