Υποκλοπές: Αναταράξεις μετά την απόφαση για το Predator, έρευνα και για κατασκοπεία

Στο «κάδρο» της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης των υποκλοπών μπαίνει και το αδίκημα της κατασκοπείας, για ποια πρόσωπα ανοίγει η έρευνα

Δικαστήριο © EUROKINISSI/ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Οι νέες ποινικές έρευνες που ανοίγουν μετά την ετυμηγορία του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την υπόθεση των υποκλοπών με το παράνομο λογισμικό Predator, σηματοδοτούν τη διεύρυνση του δικαστικού σκέλους του σκανδάλου και σε άλλα πρόσωπα, πέραν των τεσσάρων καταδικασθέντων. Το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση για διαβίβαση αντιγράφων των πρακτικών και της δικογραφίας, προκειμένου να διερευνηθούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες τόσο των ήδη κατηγορουμένων όσο και άλλων προσώπων που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Απόφαση που ουσιαστικά ανοίγει ξανά τη δικαστική διερεύνηση του σκανδάλου και ως προς άλλα σκέλη πέρα από την εμπλοκή των τεσσάρων ιδιωτών που καταδικάστηκαν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο.

Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με ρεπορτάζ του parapolitika.gr, το δικαστήριο, υιοθετώντας και την αντίστοιχη εισαγγελική πρόταση, βάζει στο «κάδρο» της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης και το αδίκημα της κατασκοπείας.

Κατά την εισαγγελική πρόταση, από την έκταση και την ποικιλία των παρακολουθούμενων προσώπων, την οργανωμένη δομή, την τεχνική εκπαίδευση και το ενδεχόμενο συνέργειας ξένων δυνάμεων – και δη ισραηλινών – προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για διερεύνηση του άρθρου 148 Ποινικού Κώδικα.

Νέες έρευνες για την υπόθεση των υποκλοπών

Παράλληλα, το δικαστήριο έκανε δεκτή την πρόταση να αξιολογηθούν πιθανές ποινικές ευθύνες προσώπων που φέρονται να είχαν πλήρη εικόνα της λειτουργίας και της έκτασης των παρακολουθήσεων. Μεταξύ αυτών αναφέρθηκαν στελέχη της Intellexa όπως οι Ρότεμ Φάρκας, Μερόν Χαρπάζ, Εϊνάτ Σεμάνα και της Krikel, Σωτήρης Ντάλας. Επιπλέον, αποφασίστηκε η διερεύνηση των Αιμίλιου Κοσμίδη, επονομαζόμενου και «κρεοπώλη», μέσω της τραπεζικής κάρτας του οποίου αγοράστηκαν τα κακόβουλα sms που στάλθηκαν στον Νίκο Ανδρουλάκη και άλλα πρόσωπα, και του στελέχους της Krikel, Σωτήρη Ντάλλα, για ψευδή κατάθεση.

Επιπλέον, διατάχθηκε διαβίβαση για περαιτέρω έρευνα όσων κατέθεσε ο Σταμάτης Τριμπαλης σχετικά με τη διαδικασία στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, με αντικείμενο τη διερεύνηση ενδεχόμενης ψευδούς κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας για τους Γιάννη Λαβράνο και Σωτήρη Ντάλλα.

Οι νέες έρευνες έρχονται στον απόηχο της καταδικαστικής απόφασης για τους τέσσερις κατηγορούμενους της υπόθεσης, Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Γιάννη Λαβράνο και Φέλιξ Μπίτζιο, οι οποίοι συνδέονται με τις εταιρείες Intellexa και Krikel. Το δικαστήριο τούς έκρινε ενόχους, σε βαθμό πλημμελήματος, για επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, τετελεσμένη και σε απόπειρα, για παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, επίσης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, καθώς και για παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Νικόλαος Ασκιανάκης, υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση ως προς τη μεταβολή του κατηγορητηρίου για τις δύο πρώτες πράξεις, μετατρέποντας τον νομικό χαρακτηρισμό από κατ’ εξακολούθηση σε κατά συρροή εγκλήματα για 87 παθόντες. Όπως διευκρινίστηκε, από τους 116 αρχικά αναφερόμενους, τα αληθώς συρρέοντα εγκλήματα αφορούν 87 πρόσωπα, ενώ για τους υπόλοιπους παραμένει ο χαρακτηρισμός του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος. Το δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων – πρότερου σύννομου βίου και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη – υιοθετώντας την αντίθετη εισαγγελική πρόταση. Επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών, με εκτιτέα τα 8 έτη. Παρά την πρόταση του εισαγγελέα για ολική έκτιση, το δικαστήριο χορήγησε αναστολή εκτέλεσης της ποινής έως την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.

Η απόφαση, που ανακοινώθηκε σε κατάμεστη αίθουσα, δεν κλείνει τον κύκλο της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης των υποκλοπών. Αντιθέτως, με τη διαβίβαση των πρακτικών ανοίγει ένα νέο, διευρυμένο στάδιο ποινικού ελέγχου, με έμφαση τόσο στην πιθανή επέκταση των ευθυνών όσο και στη διερεύνηση σοβαρών αδικημάτων που αγγίζουν ακόμη και το πεδίο της εθνικής ασφάλειας.