ΟΟΣΑ: Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί είναι από τους πιο ηλικιωμένους και από τους πιο χαμηλά αμειβόμενους

Το ποσοστό των δασκάλων και καθηγητών άνω των 55 ετών διπλασιάστηκε σε μία δεκαετία, ενώ η δαπάνη ανά φοιτητή είναι η χαμηλότερη στον ΟΟΣΑ

Σχολείο © 123rf

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εμφανίζει μια ιδιόμορφη εικόνα στη φετινή έκθεση «Education at a Glance 2026»του ΟΟΣΑ. Έχει τις χαμηλότερες αναλογίες μαθητών ανά εκπαιδευτικό σε ολόκληρο τον Οργανισμό, αλλά ταυτόχρονα ένα από τα πιο γερασμένα διδακτικά σώματα, μισθούς που φτάνουν περίπου στο μισό του μέσου όρου και δημόσια χρηματοδότηση που υστερεί τόσο ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) όσο και ως μερίδιο του κρατικού προϋπολογισμού.

Ένα διδακτικό σώμα που γερνά γρήγορα

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αφορά την ηλικία των εκπαιδευτικών. Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το ποσοστό όσων είναι 55 ετών και άνω αυξήθηκε από 15% το 2015 σε 33% το 2024, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ανέβηκε την ίδια περίοδο από 20% σε 23%. Η έκθεση κατατάσσει την Ελλάδα, μαζί με την Πορτογαλία, στις χώρες με ταχύτατη γήρανση του διδακτικού προσωπικού.

Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη. Το 40% των καθηγητών είναι άνω των 55 ετών, έναντι 25% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Αντίθετα, στο σύνολο των απασχολουμένων με τουλάχιστον μεταπτυχιακό τίτλο, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 14%, ενώ στο σύνολο των εργαζομένων φτάνει το 22%. Η Ελλάδα ανήκει, μαζί με τη Γαλλία, την Ουγγαρία, τη Λιθουανία και την Πορτογαλία, στις χώρες όπου η διαφορά ανάμεσα στους καθηγητές και τους εργαζόμενους με μεταπτυχιακό ξεπερνά τις 15 ποσοστιαίες μονάδες. Στο άλλο άκρο, μόλις το 6% των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι κάτω των 35 ετών, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 20%.

Η γήρανση δεν συνοδεύεται από μείωση του προσωπικού. Μεταξύ 2015 και 2024 οι μαθητές του δημοτικού μειώθηκαν κατά περίπου 12%, ενώ οι δάσκαλοι αυξήθηκαν κατά 16%. Έτσι, ο αριθμός μαθητών ανά εκπαιδευτικό περιορίστηκε κατά περίπου 24%. Στην προσχολική αγωγή το διδακτικό προσωπικό αυξήθηκε κατά 52%, με τις εγγραφές να ανεβαίνουν μόλις κατά 9%, μετά τη σταδιακή επέκταση της υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης στα τετράχρονα παιδιά το 2020.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη αναλογία στο δημοτικό, με 7 μαθητές ανά δάσκαλο, έναντι 14 στον ΟΟΣΑ. Στο γυμνάσιο η αναλογία είναι 8 προς 1, η χαμηλότερη μαζί με την Κροατία και τη Νορβηγία. Στο πανεπιστήμιο, όμως, η εικόνα αντιστρέφεται πλήρως, με 54 φοιτητές ανά διδάσκοντα, όταν ο μέσος όρος είναι 15. Η έκθεση χαρακτηρίζει την Ελλάδα «εξαίρεση» σε αυτόν τον δείκτη. Επιπλέον, ο πληθυσμός 5 έως 14 ετών αναμένεται να μειωθεί σημαντικά την επόμενη δεκαετία.

Μισθοί στο μισό του μέσου όρου

Ο αρχικός νόμιμος μισθός ενός δασκάλου δημοτικού ή νηπιαγωγού στην Ελλάδα ανέρχεται σε 25.267 δολάρια ΗΠΑ το 2025, σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ για το δημοτικό είναι 48.038 δολάρια. Μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας ο μισθός φτάνει τα 32.883 δολάρια (ΟΟΣΑ: 64.349), ενώ στην κορυφή της κλίμακας τα 48.114 δολάρια (ΟΟΣΑ: 77.033).

Οι πραγματικές μέσες αποδοχές, μαζί με επιδόματα, διαμορφώνονται σε 33.607 δολάρια για τους δασκάλους και σε 36.478 δολάρια για τους καθηγητές γυμνασίου και λυκείου, έναντι 62.942 και 69.255 δολαρίων αντίστοιχα στον ΟΟΣΑ. Οι διευθυντές λυκείων αμείβονται με 54.242 δολάρια, δηλαδή λίγο πάνω από το μισό των 107.309 δολαρίων του μέσου όρου. Με έτος αναφοράς το 2018, οι μισθοί των Ελλήνων εκπαιδευτικών αντιστοιχούν στο 70% των αποδοχών των εργαζομένων με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο δημοτικό και στο 76% στη δευτεροβάθμια. Για τη διδασκαλία στη δευτεροβάθμια αρκεί πτυχίο, όπως και στην Αυστραλία και τον Καναδά.

 

Κάτω από 6.000 δολάρια ανά φοιτητή

Η δαπάνη ανά φοιτητή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι η χαμηλότερη στον ΟΟΣΑ, κάτω από 6.000 δολάρια, έναντι πάνω από 70.000 στο Λουξεμβούργο. Συγκεκριμένα, ανέρχεται σε 5.890 δολάρια μαζί με την έρευνα και ανάπτυξη και σε 3.672 δολάρια χωρίς αυτήν, όταν οι μέσοι όροι είναι 22.878 και 16.058 δολάρια. Η δημόσια χρηματοδότηση καλύπτει περίπου τα τρία τέταρτα της συνολικής δαπάνης. Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση η δαπάνη ανά μαθητή είναι 8.790 δολάρια, έναντι 14.436 στον ΟΟΣΑ.

Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η συνολική δαπάνη για τα εκπαιδευτικά ιδρύματα φτάνει το 3,8% το 2023, έναντι 4,7% στον ΟΟΣΑ, και η κρατική δαπάνη το 3%, έναντι 3,9%. Η Ελλάδα, μαζί με την Ουγγαρία και τη Ρουμανία, διαθέτει συγκριτικά μικρότερο μερίδιο τόσο των δημοσίων δαπανών όσο και του ΑΕΠ για την εκπαίδευση.

Η διάρθρωση των δαπανών είναι επίσης χαρακτηριστική. Οι αμοιβές του διδακτικού προσωπικού απορροφούν γύρω στο 80% ή και περισσότερο των τρεχουσών δαπανών, οι συντάξεις φτάνουν το 26%, ενώ για δαπάνες εκτός προσωπικού απομένει μόλις το 7%. Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες ξεπερνούν το 12% του συνόλου, ενώ τα κεφάλαια από το εξωτερικό υπερβαίνουν το 5%, κάτι που συμβαίνει μόνο σε Ελλάδα, Εσθονία και Σλοβακία. Στα ιδιωτικά σχολεία η κρατική δαπάνη ανά μαθητή είναι χαμηλότερη κατά περίπου 90% ή περισσότερο σε σχέση με τα δημόσια.

 

Οι νέοι βρίσκουν ευκολότερα δουλειά

Στην αγορά εργασίας η εικόνα βελτιώνεται. Μεταξύ 2015 και 2025, η Ελλάδα και η Ισπανία κατέγραψαν τη μεγαλύτερη μείωση της ανεργίας των 25 έως 34 ετών σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης. Για τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η ανεργία υποχώρησε από 30% σε 11%, για όσους έχουν γενικό απολυτήριο από 30% σε 12%, για τους αποφοίτους επαγγελματικής εκπαίδευσης από 34% σε 13% και για όσους δεν ολοκλήρωσαν το λύκειο από 37% σε 23%. Παρόλα αυτά, τα ποσοστά παραμένουν πάνω από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ (5%, 8%, 6% και 14% αντίστοιχα). Το 13% στους αποφοίτους επαγγελματικής εκπαίδευσης είναι το υψηλότερο στον Οργανισμό.

Η απασχόληση των νέων πτυχιούχων αυξήθηκε από 67% σε 82% για τους άνδρες και από 63% σε 80% για τις γυναίκες. Η βελτίωση αφορά όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, εκτός από όσους δεν έχουν ολοκληρώσει το λύκειο, όπου η απασχόληση των γυναικών μειώθηκε από 34% σε 30%.

Το ποσοστό των νέων 18 έως 24 ετών εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης και κατάρτισης μειώθηκε από 23% σε 19% στους άνδρες και από 24% σε 18% στις γυναίκες, παραμένοντας όμως πάνω από τον μέσο όρο (13% και 15%). Μαζί με την Τσεχία, η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση του ποσοστού αυτού από την ηλικιακή ομάδα των 18 έως 24 ετών σε εκείνη των 25 έως 29, κυρίως λόγω ανεργίας. Η διαφορά ανάμεσα στις περιφέρειες φτάνει τις 19 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ και στην απασχόληση των πτυχιούχων το χάσμα μεταξύ περιφερειών ξεπερνά τις 12 μονάδες.

Στο μορφωτικό επίπεδο, το 51% των γυναικών 25 έως 34 ετών έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το 2025, από 46% το 2015, έναντι 35% των ανδρών (34% το 2015). Οι αλλοδαποί φοιτητές αντιστοιχούν στο 5% ή λιγότερο των νεοεισερχομένων σε όλα τα επίπεδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.