Ανήκουμε στις πιο γερασμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έναν στους τέσσερις κατοίκους άνω των 65 ετών. Οι γεννήσεις το 2024 ήταν 68.467, ενώ οι θάνατοι 126.916. Ο δείκτης γονιμότητας κινείται γύρω στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα, πολύ χαμηλότερα από το 2,1 που απαιτείται για αναπλήρωση του πληθυσμού. Υποφέρουμε ακόμα από την πληγή του brain drain, με την αντίστροφη τάση να υπολείπεται του αναγκαίου. Το εργατικό δυναμικό συρρικνώνεται.
Για το δημογραφικό μιλάει όλος ο κόσμος. Ακόμα και τα πολιτικά κόμματα κάνουν τον κόπο να το περιγράφουν με μελανά χρώματα. Όσο για τις λύσεις, εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν, ξεκινώντας από το οξύ στεγαστικό και στον Γολγοθά των νέων ζευγαριών να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες, στην ανάγκη αναζωογόνησης της περιφέρειας… Μπορούμε να συνεχίσουμε, αλλά ας μείνουμε σε δύο διαπιστώσεις. Η πρώτη, ότι η δημογραφική κρίση είναι βαθιά και εξελίσσεται αδυσώπητα στο χρόνο. Η δεύτερη ότι απαιτούνται όχι μόνο κάποιες αποσπασματικές εξαγγελίες αλλά κυρίως ένας μακροχρόνιος εθνικός σχεδιασμός με ορίζοντα δεκαετιών.
Εδώ ο δημογραφικός βραχνάς έρχεται να συγκρουστεί με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα. Η αντίφαση είναι εξόφθαλμη. Από τη μια έχουμε τον εκλογικό κύκλο της τετραετίας, από την άλλη την ανάγκη χάραξης μιας πολιτικής για το δημογραφικό, που απαιτεί ορίζοντα δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνων. Μιλώντας μάλιστα για την ελληνική πραγματικότητα, ο εκλογικός κύκλος κατά κανόνα μικραίνει είτε με πρόωρη προσφυγή στις κάλπες είτε με έναν άτυπο αλλά παραλυτικό εκλογικό μαραθώνιο, που συνήθως έχει αφετηρία τη διετία μετά την εκλογή κυβέρνησης… Η πολιτική μετατοπίζεται αναπόφευκτα προς εκείνα που μπορούν να αποδώσουν γρήγορα, να ανακοινωθούν εύκολα και να μετρηθούν στην επόμενη δημοσκόπηση.
Το δημογραφικό αποκαλύπτει ίσως καθαρότερα από κάθε άλλο ζήτημα την αντίφαση. Καμία σοβαρή δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιαστεί φέτος και να κριθεί στις εκλογές του 2027 ή ακόμη και του 2031. Η απόφαση ενός νέου ζευγαριού να αποκτήσει παιδί επηρεάζεται από τη στέγη, το εισόδημα, τη σταθερότητα της εργασίας, τους παιδικούς σταθμούς, το εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμη και από την εμπιστοσύνη του στο μέλλον. Πρόκειται για ολόκληρο οικοσύστημα και όχι για ένα επίδομα.
Έχουμε στην περίπτωση αυτή-και όχι μόνο-την ανάγκη υπέρβασης του εκλογικού κύκλου. Μια τετραετία, δύο ή και τρεις δεν αρκούν για τη διαχείριση ενός από τα κρισιμότερα προβλήματα του τόπου. Ωστόσο, από την άλλη η ίδια η δημοκρατία επιτάσσει την εκλογική διαδικασία και την εναλλαγή κομμάτων και κυβερνήσεων στο τιμόνι της χώρας. Οπότε τι κάνουμε;
Ασφαλώς, ούτε κατά διάνοια δεν υπάρχει σκέψη να καταργηθεί ένας από τους βασικούς πυλώνες του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Στον αντίποδα, ακούγεται συχνά ότι πρέπει να υπάρξει μια συνεννόηση των κομμάτων, μια εθνική υπέρβαση των διαφορών ώστε να εφαρμοστεί μια πολιτική για το δημογραφικό, σε βάθος χρόνου, που θα αποδώσει καρπούς. Όλοι μαζί μπορούμε και τα συναφή…
Μα, σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχε ανάγκη διαφορετικών κομμάτων, διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων και προσεγγίσεων. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Η λύση βρίσκεται στη συναίνεση στους μεγάλους στόχους, στην οριοθέτηση ενός πλαισίου αρχών για τη λύση του προβλήματος και ένας υγιής, πολιτικός ανταγωνισμός για τα μέσα υλοποίησής τους.
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συμφωνηθεί ένας εθνικός δημογραφικός ορίζοντας για το 2040 ή το 2050, με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους. Κάθε κυβέρνηση θα διατηρούσε απολύτως το δικαίωμα να επιλέξει διαφορετικά εργαλεία. Άλλη μπορεί να δίνει μεγαλύτερο βάρος στα φορολογικά κίνητρα, άλλη στην κοινωνική πολιτική, άλλη στην κατοικία ή στην προσχολική φροντίδα. Θα ήταν όμως υποχρεωμένη να εξηγήσει πώς η δική της πολιτική υπηρετεί τους συμφωνημένους μακροχρόνιους στόχους. Σε κάθε περίπτωση, το κράτος πρέπει να διαθέτει θεσμική μνήμη μεγαλύτερη από τη διάρκεια μιας κυβέρνησης. Μπορεί επίσης να συμφωνηθεί και ο τρόπος ελέγχου του προγράμματος, της επίτευξης των στόχων των μέσων που αξιοποιούνται και, πάνω σε αυτά, θα εξελιχθεί η πολιτική αντιπαράθεση όχι την ακύρωση του εθνικού σχεδίου αλλά για την καλύτερη απόδοσή του.
Όλα αυτά βέβαια κινούνται στη σφαίρα της πολιτικής φαντασίας. Σε ένα προεκλογικό πολιτικό περιβάλλον εξοντωτικού ανταγωνισμού των κομμάτων, πλεονάσματος λαϊκισμού, διαχρονικής τοξικότητας ποιος μπορεί να διανοηθεί μια συζήτηση συναίνεσης για το δημογραφικό στις αρχές και επιμερισμού των πολιτικών προγραμμάτων για την υλοποίησή του; Πώς είναι δυνατόν να διατηρηθεί η πολιτική διαφωνία-ας είναι και οξεία- ως προς την εφαρμογή μιας ατζέντας για το δημογραφικό, χωρίς ο επόμενος να μην πατά το κουμπί delete των πεπραγμένων του προηγούμενου, ακόμα και αν γίνονται σοβαρά βήματα εμπρός;
Δεν χρειάζεται κάθε τέσσερα χρόνια να ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά ότι η χώρα γερνάει. Ο γόρδιος δεσμός που πρέπει να λύσουμε είναι πώς θα αποκτήσουμε συνέχεια χωρίς ακινησία και εθνική στρατηγική χωρίς να καταργήσουμε την πολιτική διαφωνία.
