Πρωτοφανή έκρηξη επενδύσεων βιώνει σήμερα η αγορά του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), η οποία αναμένεται να αλλάξει ριζικά τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, νέες μονάδες παραγωγής μεγάλης κλίμακας αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία στις ΗΠΑ, στο Κατάρ, στον Καναδά αλλά και στην Αφρική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη επανεκκίνηση του έργου Mozambique LNG της TotalEnergies στη Μοζαμβίκη, μια επένδυση ύψους 20 δισ. δολαρίων, η οποία προβλέπεται να παράγει 13 εκατ. τόνους LNG ετησίως από το 2029, με προοπτική να φτάσει μακροπρόθεσμα έως και 43 εκατ. τόνους.
Αυτό που κάνει τη σημερινή έκρηξη επενδύσεων στο LNG τόσο ξεχωριστή δεν είναι μόνο το μέγεθος, αλλά και ο ρυθμός με τον οποίο εξελίσσεται. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) που επικαλείται η γαλλική εφημερίδα Les Echos, μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια πρόκειται να τεθούν σε λειτουργία έργα συνολικής δυναμικότητας που ξεπερνά τα 300 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως. Για να βάλουμε τα μεγέθη σε προοπτική, η συνολική κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη πέρυσι άγγιξε τα 380 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, εκ των οποίων σχεδόν το 40% προήλθε από LNG. Με αυτά τα δεδομένα, οι νέες επενδύσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τις παγκόσμιες ικανότητες υγροποίησης αερίου κατά περίπου 50% έως το 2030, αλλάζοντας τα δεδομένα της αγοράς και φέρνοντας τη βιομηχανία αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες.
Τα πλεονεκτήματα του LNG
Το LNG έχει σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλες μορφές ενέργειας. Κατ’ αρχάς, είναι μια μορφή ενέργειας που μεταφέρεται, αποθηκεύεται εύκολα και είναι γρήγορα διαθέσιμη στα δίκτυα. Σε αντίθεση με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, που απαιτεί, συχνά, πολύ χρόνο και κολοσσιαίες επενδύσεις σε υποδομές, για να αυξηθεί η κατανάλωση LNG αρκεί η κατασκευή τερματικών σταθμών υγροποίησης και η εισαγωγή περισσότερου αερίου.
Το LNG ξεχωρίζει επίσης για την αφθονία και τη γεωγραφική κατανομή του, καθώς τα αποθέματα εκτείνονται από τη Μέση Ανατολή έως τις ΗΠΑ και την Αυστραλία. Στην Αφρική, η Μοζαμβίκη διαθέτει περίπου 5.000 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ποσότητα που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας για σχεδόν 20 χρόνια. Αυτό καθιστά τις επενδύσεις σε υποδομές LNG σχετικά ασφαλείς, καθώς η ζήτηση προβλέπεται σταθερή, μειώνοντας σημαντικά τους γεωπολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους. Επιπλέον, από οικονομικής άποψης, το LNG προσφέρει ένα ισχυρό «δίχτυ ασφαλείας» για κράτη και βιομηχανίες. Ακόμη και όταν η αγορά παρουσιάζει διακυμάνσεις μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, οι προμηθευτές είναι διατεθειμένοι να συνάψουν μακροχρόνια συμβόλαια με διαπραγματεύσιμες τιμές, εξασφαλίζοντας προβλεψιμότητα και σταθερότητα. Από περιβαλλοντική σκοπιά, το LNG δεν είναι μεν η πιο καθαρή λύση, αλλά παραμένει σημαντικά «λιγότερο επιβλαβής» συγκριτικά με άλλα ορυκτά καύσιμα. Η καύση του εκλύει περίπου 40% λιγότερο CO₂ σε σχέση με τον άνθρακα και 30% λιγότερο από το πετρέλαιο, καθιστώντας το ένα χρήσιμο «μεταβατικό καύσιμο» στην πορεία για την απανθρακοποίηση.
ΗΠΑ και Κατάρ οδηγούν τη νέα έκρηξη LNG
Σχεδόν το ήμισυ των νέων επενδύσεων σε LNG προέρχεται από τις ΗΠΑ, με το Κατάρ και τον Καναδά να ακολουθούν κατά πόδας. Η κυβέρνηση Τραμπ ωθεί σήμερα τους πετρελαιοπαραγωγούς και τους παρόχους αερίου να επενδύσουν ακόμη περισσότερο σε έργα μεταφοράς και υγροποίησης LNG. Το τρέχον επενδυτικό κύμα, βέβαια, είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την επιστροφή του Ρεπουμπλικανού στον Λευκό Οίκο, ενώ ένα προσωρινό μορατόριουμ που είχε επιβάλει ο Τζο Μπάιντεν πάγωσε για λίγους μήνες την ανάπτυξη νέων έργων, χωρίς ωστόσο να ανακόψει τη συνολική δυναμική της αγοράς.
Καταλύτης για τη μετάβαση από τη δυναμική στη μαζική επιτάχυνση υπήρξε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Η απότομη συρρίκνωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου ανάγκασε την Ευρώπη να αναζητήσει επειγόντως εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού. Οι χώρες της ΕΕ επένδυσαν μαζικά σε πλωτούς τερματικούς σταθμούς LNG, ενώ η εκτόξευση των τιμών ενίσχυσε περαιτέρω τα κίνητρα των παραγωγών να προχωρήσουν σε νέες παραγωγικές ικανότητες. Το αποτέλεσμα είναι το σημερινό κύμα επενδύσεων, που εκδηλώνεται με εντυπωσιακή ένταση και ταχύτητα σε παγκόσμια κλίμακα.
Ωστόσο, η έκρηξη της προσφοράς δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη άνοδο της ζήτησης. Οι αγορές ήδη προεξοφλούν ένα περιβάλλον χαμηλότερων τιμών: στην Ευρώπη, η μεγαβατώρα φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 27 ευρώ το 2027 και στα 22 ευρώ το 2030, από 30 έως 35 ευρώ κατά μέσο όρο το 2025. Η αποκλιμάκωση αυτή, γράφει η Les Echos, προσφέρει «ανάσα» στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, που πιέζεται από τον φθηνότερο ενεργειακό ανταγωνισμό των ΗΠΑ, την ίδια στιγμή όμως εγείρει ανησυχίες για την πορεία της απανθρακοποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ευρώπη μειώθηκε αισθητά την περίοδο 2021–2023, πριν σταθεροποιηθεί το 2024, αφήνοντας το μεσοπρόθεσμο τοπίο θολό.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι προβλέψεις δείχνουν ότι μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια η παγκόσμια παραγωγή LNG θα υπερβεί τη ζήτηση, ενισχύοντας τον κίνδυνο νέων πιέσεων στις τιμές. Ήδη, η αβεβαιότητα αυτή αρχίζει να αποτυπώνεται στο χρονοδιάγραμμα ορισμένων μεγάλων έργων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του North Field East στο Κατάρ, ενός από τα μεγαλύτερα LNG projects παγκοσμίως, του οποίου η έναρξη παραδόσεων εντός της χρονιάς φαίνεται πλέον να μετατίθεται.
Το ερώτημα, συνεπώς, μετατοπίζεται στην Ασία. Εκεί, αρκετοί αναλυτές βλέπουν περιθώρια ανάκαμψης της ζήτησης, καθώς πολλές χώρες εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στον άνθρακα και θα μπορούσαν να στραφούν στο φυσικό αέριο ως ενδιάμεση λύση. Την ίδια στιγμή, όμως, η εικόνα είναι αντιφατική. Η Κίνα και άλλες ασιατικές οικονομίες επενδύουν τεράστια κεφάλαια στις ΑΠΕ, περιορίζοντας τον χώρο για το LNG. Παράλληλα, χώρες όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές επαναδιαπραγματεύονται μακροπρόθεσμα συμβόλαια, επικαλούμενες το υψηλό κόστος και τη χαμηλότερη από την αναμενόμενη ζήτηση.
Ευρώπη: Προβλήματα στη διαχείριση των αποθεμάτων
Την ίδια στιγμή που η Ασία αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο φυσικό αέριο και τις ΑΠΕ, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πιο άμεση και πρακτική πρόκληση: τη διαχείριση των αποθεμάτων της. Ένας χειμώνας ψυχρότερος του αναμενομένου, σε συνδυασμό με περιορισμένες εισαγωγές LNG, έχει συμπιέσει τα ευρωπαϊκά αποθέματα, τα οποία βρίσκονται σήμερα περίπου στο 50%, σημαντικά χαμηλότερα από το ιστορικό επίπεδο του 85% με το οποίο ξεκινούσε συνήθως η χειμερινή περίοδος. Το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αφίξεις πλοίων LNG αλλά και τις θερμοκρασίες. Αν τα αποθέματα υποχωρήσουν κάτω από το 20% έως το τέλος Μαρτίου, η επίτευξη του στόχου για πληρότητα 90% τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο θα καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη, αυξάνοντας την αβεβαιότητα για τον εφοδιασμό της επόμενης χειμερινής περιόδου.
Η εικόνα διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα. Στη Γαλλία, οι διαχειριστές αποθήκευσης Storengy και Terega έχουν ήδη διαθέσει στην αγορά 2,9 τεραβατώρες αποθηκευτικής χωρητικότητας, με μόλις 1,3 τεραβατώρες να απομένουν προς πώληση, σε σύνολο δυναμικότητας 11 τεραβατωρών. Με άλλα λόγια, μεγάλο μέρος του «χώρου» στις αποθήκες έχει ήδη δεσμευθεί, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών ενόψει του επόμενου χειμώνα. Στη Γερμανία, ωστόσο, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Η χώρα διαθέτει τη μεγαλύτερη αποθηκευτική ικανότητα στην Ευρώπη, αλλά και τις υψηλότερες βιομηχανικές ανάγκες, γεγονός που καθιστά την πορεία πλήρωσης των αποθεμάτων πιο αβέβαιη και ευάλωτη σε διακυμάνσεις της ζήτησης και των εισαγωγών.