Ρεύμα: Πώς η Ελλάδα απέφυγε το ράλι τιμών της ΝΑ Ευρώπης

Η ζήτηση για ηλεκτρικό ρεύμα εκτοξεύθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα σε Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη τον Ιανουάριο

Ηλεκτρική ενέργεια @ ΑΠΕ- ΜΠΕ

Ο Ιανουάριος του 2026 εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο απαιτητικούς μήνες των τελευταίων ετών για τα ηλεκτρικά συστήματα της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σε μια περίοδο έντονου ψύχους και εκτεταμένων χιονοπτώσεων, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, δοκιμάζοντας τις αντοχές των αγορών και οδηγώντας τις τιμές του ρεύματος σε απότομη άνοδο σε πολλές χώρες της περιοχής.

Μέσα σε αυτό το δύσκολο ευρωπαϊκό περιβάλλον, η Ελλάδα ξεχώρισε καταφέρνοντας όχι μόνο να αποφύγει το κύμα ακρίβειας, αλλά και να καταγράψει τιμές χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν τυχαία: αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή στη θέση της χώρας στον ενεργειακό χάρτη, καθώς η ταχεία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και η ενίσχυση των διασυνδέσεων επέτρεψαν στην Ελλάδα να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας σε μια περίοδο γενικευμένης πίεσης για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Αυξημένη ζήτηση

Σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι χαμηλές θερμοκρασίες και οι συνεχείς χιονοπτώσεις προκάλεσαν έντονη αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως λόγω της αυξημένης χρήσης ηλεκτρικών συστημάτων θέρμανσης. Σύμφωνα με αναλυτές της Montel EnappSys η ζήτηση κινήθηκε σε επίπεδα που είτε συνιστούν ρεκόρ των τελευταίων τριών έως πέντε ετών είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιστορικά υψηλά.

«Από την Αυστρία έως τη Βουλγαρία μπορούμε να πούμε ότι ο φετινός Ιανουάριος έφερε επίπεδα ζήτησης που είτε αποτελούν ρεκόρ των τελευταίων τριών έως πέντε ετών είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιστορικά υψηλά», δήλωσε ο Gabor Szatmari, αναλυτής της Montel EnappSys με εξειδίκευση στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ουγγαρία, η οποία λειτουργεί συχνά ως σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή. Τον Ιανουάριο, η χώρα κατέγραψε μέση ημερήσια ζήτηση 6,3 GW, αυξημένη κατά 14% σε σύγκριση με τον μέσο όρο των προηγούμενων τριών ετών. Αντίστοιχα, στη Ρουμανία η κατανάλωση αυξήθηκε κατά περίπου 8%, επιβεβαιώνοντας ότι η ενεργειακή πίεση δεν ήταν τοπικό φαινόμενο αλλά περιφερειακό.

Τα ενεργειακά συστήματα

Πέρα από το ψύχος, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η ίδια η δομή των ενεργειακών συστημάτων. Τα τελευταία χρόνια, η σταδιακή αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων στη θέρμανση από ηλεκτρικές λύσεις – όπως αντλίες θερμότητας – έχει αυξήσει την εξάρτηση της χειμερινής κατανάλωσης από το ηλεκτρικό δίκτυο. Την ίδια στιγμή, όμως, οι έντονες χιονοπτώσεις περιόρισαν δραστικά την παραγωγή από φωτοβολταϊκά, καθώς σε πολλές περιοχές τα πάνελ παρέμειναν καλυμμένα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Έτσι, η προσφορά περιορίστηκε ακριβώς τη στιγμή που η ζήτηση κορυφωνόταν.

Η πίεση από την Ουκρανία και οι τιμές

Στην ήδη επιβαρυμένη εικόνα προστέθηκε και ο παράγοντας Ουκρανία. Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις της Ρωσίας σε ενεργειακές υποδομές ανάγκασαν τη χώρα να αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από γειτονικά κράτη. Τον Ιανουάριο, οι εισαγωγές έφτασαν τις 894 GWh, το υψηλότερο μηνιαίο επίπεδο από την έναρξη της ρωσικής εισβολής το 2022.

Η επιπλέον αυτή ζήτηση άσκησε έντονες πιέσεις στις αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, συμβάλλοντας στην άνοδο των τιμών. Στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, οι τιμές στην αγορά επόμενης ημέρας κινήθηκαν κατά μέσο όρο κοντά στα 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίθετα, στη Γερμανία – την πιο ρευστή και ώριμη αγορά της Ευρώπης – η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 110,09 ευρώ/MWh, δημιουργώντας μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις των τελευταίων ετών μεταξύ κεντρικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η ελληνική εικόνα: μια διαφορετική δυναμική

Σε αυτό το περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας, η Ελλάδα κινήθηκε σε διαφορετική τροχιά. Τον Ιανουάριο, οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκαν, κατά μέσο όρο, 1,41 ευρώ/MWh χαμηλότερα από τις αντίστοιχες της Γερμανίας. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με την εικόνα του 2023, όταν η Ελλάδα κατέγραφε premium περίπου 74 ευρώ/MWh έναντι της γερμανικής αγοράς. Η μεταστροφή αυτή συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στη χώρα. «Η τεράστια αυτή μεταστροφή οφείλεται κυρίως στη μετάβαση της Ελλάδας από καθαρό εισαγωγέα σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, χάρη στην ανάπτυξη της πράσινης παραγωγής», ανέφερε χαρακτηριστικά, ο Szatmari.

Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει αυξήσει σημαντικά την εγκατεστημένη ισχύ σε φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές και ακριβές θερμικές μονάδες. Παράλληλα, οι αναβαθμίσεις στο δίκτυο και οι διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες ενίσχυσαν τη δυνατότητα εξαγωγών όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr