Πέντε δεκαετίες, 5 κρίσεις: Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να αποσυνδέσει τις τιμές ρεύματος από τα ορυκτά καύσιμα

Τι δείχνει έρευνα του Ινστιτούτου Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης για τον «ανίερο δεσμό» ηλεκτρισμού και ορυκτών καυσίμων, τα διδάγματα

Υψηλές τιμές, ηλεκτρικό ρεύμα © 123rf

Τι κοινό χαρακτηριστικό έχει η πετρελαϊκή κρίση του 1970 -όταν ο άνθρακας ήταν το κυρίαρχο καύσιμο και οι τιμές στις αγορές ρεύματος της Ευρώπης ορίζονταν διοικητικά, καθώς δεν υπήρχαν χρηματιστήρια ενέργειας, αλλά κρατικά μονοπώλια- με την κρίση του 2022, που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με τις ΑΠΕ να έχουν πάρει το «πάνω χέρι» στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής και τις τιμές ρεύματος στις απελευθερωμένες αγορές ηλεκτρισμού να καθορίζονται από το Target Model; Ότι και στις δύο περιπτώσεις, παρά τις τεράστιες διαφορές στη δομή της αγοράς ηλεκτρισμού, το κυρίαρχο καύσιμο στην ηλεκτροπαραγωγή και το «οριακό καύσιμο», αυτό δηλαδή που καθορίζει την τιμή των υπόλοιπων τεχνολογιών, εν τέλει είναι τα ορυκτά καύσιμα, που «δίνουν τον τόνο» στις τιμές ηλεκτρισμού. Με άλλα λόγια, αυτός ο «ανίερος» δεσμός -που επανήλθε στο προσκήνιο του δημόσιου ενεργειακού διαλόγου στην Ευρώπη το τελευταίο διάστημα, με φόντο την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή- έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να κοπεί, παρά τις περί του αντιθέτου εξαγγελίες.

Αυτό είναι το συμπέρασμα νέας μελέτης του Ινστιτούτου Ενεργειακών Σπουδών της Οξφόρδης (Oxford Institute of Energy Studies- OIES), που «φωτίζει» ένα εύρημα το οποίο, αν και γνωστό στη θεωρία, εντούτοις εν πολλοίς αγνοείται στη δημόσια συζήτηση για τη μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας: Το ότι η διαρθρωτική εξάρτηση των τιμών ρεύματος από τις τιμές των ορυκτών καυσίμων, είτε πρόκειται για πετρέλαιο είτε για φυσικό αέριο, δεν μειώθηκε ούτε με την απελευθέρωση των ευρωπαϊκών αγορών ούτε με τη μαζική ανάπτυξη ΑΠΕ.

Η μελέτη εξετάζει τις πέντε μεγαλύτερες κρίσεις τιμών των τελευταίων 50 ετών:

  1. Την κρίση που προκλήθηκε από το εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου των αραβικών χωρών το 1973 ως απάντηση στη στήριξη της Ευρώπης στο Ισραήλ στον πόλεμο του Yom Kippur.
  2. Το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ της περιόδου 1979-1980, μετά την ιρανική επανάσταση -που αφαίρεσε την παραγωγή του Ιράν, που ήταν τότε ο μεγαλύτερος εξαγωγέας μαύρου χρυσού στον κόσμο- και το ξέσπασμα του πολέμου Ιράν – Ιράκ.
  3. Την έκρηξη των τιμών των ορυκτών καυσίμων και το σοκ που έφερε η έναρξη της τιμολόγησης του άνθρακα την περίοδο 2005-2008.
  4. Το ράλι των τιμών το 2021 εξαιτίας της «στενότητας» στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου μετά την άρση των περιορισμών λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και την επιστροφή της οικονομικής δραστηριότητας στην κανονικότητα.
  5. Το ενεργειακό σοκ του 2022-2023 λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Η μελέτη δείχνει ότι, σε κάθε περίπτωση, η κρίση ξεκίνησε έξω από την αγορά του ηλεκτρισμού, πλην όμως μεταδόθηκε στις τιμές ρεύματος σε όλες τις κρίσεις, έστω και με διαφορετικό τρόπο: Στις πρώτες περιπτώσεις, μέσω διοικητικά καθοριζόμενων αυξήσεων στα τιμολόγια -που αντανακλούσαν σε έναν βαθμό το αυξημένο κόστος παραγωγής των μεγάλων κρατικών μονοπωλίων της εποχής- και στη συνέχεια με την απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρισμού της Ευρώπης, τη δημιουργία των Χρηματιστηρίων Ενέργειας και την εισαγωγή του Target Model, οι επιπτώσεις μεταφέρονταν αστραπιαία στις τιμές, όπως έγινε σαφές κατά την τελευταία κρίση της περιόδου 2022-2023. Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η απελευθέρωση άλλαξε τη φύση του μηχανισμού μετάδοσης (των αυξήσεων στα ορυκτά καύσιμα στις τιμές ρεύματος), χωρίς να αντιμετωπίσει την εξάρτηση των δύο. Οι τιμές ρεύματος ανταποκρίνονταν στις αυξήσεις των τιμών των ορυκτών καυσίμων (του φυσικού αερίου εν προκειμένω) πιο γρήγορα και πιο εμφανώς και ο κίνδυνος μετακυλίστηκε από τους ενεργειακούς ομίλους (που προ της απελευθέρωσης των αγορών συχνά υποχρεώνονταν από τις κυβερνήσεις να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος) στους τελικούς καταναλωτές. «Δημιουργήθηκαν μεν νέα εργαλεία αντιστάθμισης, από τις προθεσμιακές αγορές έως τα PPAs, όμως η θεμελιώδης διασύνδεση με τις τιμές των ορυκτών καυσίμων παρέμεινε αλώβητη, κάτι ιδιαίτερα προβληματικό, με δεδομένη και τη γεωπολιτική διάσταση πολλών κρίσεων, που συχνά «απενεργοποιεί» τα όποια εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου», αναφέρει ο αναλυτής του OIES Rahmat Poudineh. «Οι δε αλλεπάλληλες ενεργειακές μεταβάσεις δεν έσπασαν τον κύκλο, αλλά τον αναπαρήγαγαν σε νέες μορφές: Η απομάκρυνση από το πετρέλαιο δημιούργησε εξάρτηση από το φυσικό αέριο, η οποία εντάθηκε με την επιταχυνόμενη απανθρακοποίηση. Η δε διείσδυση των ΑΠΕ κατέστησε το φυσικό αέριο κρίσιμο ρυθμιστικό παράγοντα για την κάλυψη της ζήτησης για ρεύμα σε περιόδους αιχμής και για την ευστάθεια των ηλεκτρικών συστημάτων, διασφαλίζοντας τη διατήρηση αυτού του δεσμού. Εν κατακλείδι, κάθε απάντηση μεταφέρει τους σπόρους της επόμενης κρίσης. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο σχεδιασμός ενός ηλεκτρικού συστήματος που να μην είναι «εθισμένο» στα ορυκτά καύσιμα απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή στην παράμετρο της συστημικής ανθεκτικότητας, στην ανάπτυξη ευέλικτων πόρων που να μη σχετίζονται με τα ορυκτά καύσιμα, όπως τις μπαταρίες, την αντλησιοταμίευση και τα πυρηνικά, και στην ανάπτυξη αποτελεσματικών εργαλείων για τη μακροπρόθεσμη προμήθεια ηλεκτρισμού, ώστε να μειωθεί η έκθεση στη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα των ορυκτών καυσίμων.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr