Η αύξηση του κόστους των αεροπορικών ταξιδιών από την Αθήνα προς την Ευρώπη τους τελευταίους μήνες δεν είναι απλώς μια ακόμη κυκλική διακύμανση της αγοράς. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα μιας από τις σοβαρότερες ενεργειακές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών, που πυροδοτήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν και τη συνακόλουθη κατάρρευση της εφοδιαστικής αλυσίδας αεροπορικών καυσίμων.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: μόνο λόγω της αύξησης της τιμής της κηροζίνης, το κόστος καυσίμων για μια πτήση από την Αθήνα προς μεγάλους ευρωπαϊκούς προορισμούς σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Για παράδειγμα, μια πτήση προς το Λονδίνο, που πριν από τον πόλεμο απαιτούσε περίπου 7.000 ευρώ σε καύσιμα, σήμερα κοστίζει πάνω από 16.000 ευρώ. Αντίστοιχα, για το Παρίσι το κόστος αυξήθηκε από 6.084 σε 14.196 ευρώ, ενώ ακόμη και για κοντινότερους προορισμούς, όπως η Ρώμη, η επιβάρυνση ξεπερνά τα 5.000 ευρώ ανά πτήση.
Μεταφρασμένο σε επίπεδο επιβάτη, αυτό σημαίνει ότι οι αεροπορικές εταιρείες πρέπει να αυξήσουν τα εισιτήρια κατά περίπου 30 έως 55 ευρώ απλώς για να καλύψουν το κόστος των καυσίμων. Και αυτό χωρίς να συνυπολογίζονται οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα, στα τέλη αεροδρομίων ή στις λειτουργικές δαπάνες.
Γιατί η κηροζίνη έγινε «χρυσός»
Για να κατανοήσει κάποιος τη σημερινή εκτόξευση των τιμών, πρέπει να εξετάσει τη φύση του ίδιου του αεροπορικού καυσίμου. Η κηροζίνη (Jet A-1) δεν είναι ένα απλό προϊόν διύλισης. Αντίθετα, αποτελεί ένα εξαιρετικά εξειδικευμένο κλάσμα πετρελαίου που παράγεται σε περιορισμένες ποσότητες. Από ένα βαρέλι αργού πετρελαίου προκύπτουν περίπου 42 γαλόνια προϊόντων. Ωστόσο, μόνο 3 έως 4 γαλόνια αντιστοιχούν σε αεροπορικό καύσιμο. Αυτό σημαίνει ότι η κηροζίνη είναι εκ φύσεως ένα «σπάνιο» προϊόν. Σε περιόδους κρίσης, τα διυλιστήρια δίνουν προτεραιότητα σε καύσιμα όπως η βενζίνη και το ντίζελ, που έχουν μεγαλύτερη ζήτηση. Ως αποτέλεσμα, η τιμή της κηροζίνης δεν ακολουθεί απλώς την τιμή του πετρελαίου, την υπερβαίνει. Στην τρέχουσα κρίση, ενώ το αργό Brent αυξήθηκε περίπου κατά 45%, η τιμή της κηροζίνης διπλασιάστηκε ή και τριπλασιάστηκε σε ορισμένες αγορές.
Με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η παγκόσμια αγορά έχασε ξαφνικά τεράστιες ποσότητες αργού και διυλισμένων προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της κηροζίνης. Οι επιπτώσεις ήταν άμεσες, αφού οι εξαγωγές αεροπορικών καυσίμων μειώθηκαν έως και 60%, τα ασφάλιστρα για τα δεξαμενόπλοια εκτινάχθηκαν και οι χρόνοι μεταφοράς αυξήθηκαν δραματικά λόγω παρακάμψεων. Η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές καυσίμων από τον Περσικό Κόλπο, καλύπτοντας έως και το 50% των αναγκών της σε κηροζίνη. Με την περιοχή αυτήν εκτός λειτουργίας, τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια δεν μπόρεσαν να καλύψουν το κενό.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ακόμη πιο ευάλωτη θέση λόγω της πλήρους εξάρτησης από εισαγωγές, της γεωγραφικής εγγύτητας στη ζώνη κρίσης και της υψηλής εξάρτησης από τον τουρισμό και τις αερομεταφορές. Δεν είναι τυχαίο ότι το κόστος καυσίμων πλέον αντιπροσωπεύει έως και το 35% των λειτουργικών εξόδων των αεροπορικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη χώρα.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr