Τα περιθώρια για να διευρύνει το «δίχτυ προστασίας» έναντι του υψηλού ενεργειακού κόστους των βιομηχανιών, το οποίο στην παρούσα φάση καλύπτει κατά κύριο λόγο τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις (περίπου 40 στον αριθμό), που είναι δικαιούχοι της -ενισχυμένης από φέτος- αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους δικαιωμάτων CO2, εξετάζει η κυβέρνηση. Η εξέλιξη έρχεται στο φόντο της όξυνσης της ενεργειακής κρίσης (που αποτυπώνεται στο ράλι των τιμών ηλεκτρισμού, αερίου και καυσίμων) και της εντεινόμενη πίεση της βιομηχανίας για πρόσθετα μέτρα άμεσης δράσης, όπως αποτυπώθηκε και στην κοινή επιστολή 16 συνδέσμων της χώρας, που είδε το φως της δημοσιότητας τις προηγούμενες ημέρες.
Ενεργοβόρος βιομηχανία: Στο τραπέζι η ενεργοποίηση του CISAF και στην Ελλάδα
Στο πλαίσιο αυτό, υψηλόβαθμες πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιβεβαίωσαν χθες ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η άσκηση για την ενεργοποίηση και στην Ελλάδα του ευρωπαϊκού σχήματος κρατικών ενισχύσεων για την ενεργοβόρο βιομηχανία (CISAF), κάτι το οποίο ζητάει εδώ και καιρό ο κλάδος. Την ίδια στιγμή, και ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, αποκάλυψε την ύπαρξη επαφών με την κυβέρνηση προς την κατεύθυνση αυτήν, καθώς και την προσδοκία του Συνδέσμου για επίσημες ανακοινώσεις έως τη Γενική Συνέλευση της 6ης Οκτωβρίου. Εξήγησε, μάλιστα, ότι επειδή ακριβώς οι συζητήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, ο Σύνδεσμος επέλεξε να μην υπογράψει την ανακοίνωση των«16» για να μην ασκήσει δημόσια πίεση, κάτι πάντως που προκάλεσε αίσθηση, καθώς έδωσε την εντύπωση ύπαρξης ρήγματος στο «μέτωπο» των βιομηχάνων.
Τα μηνύματα από τους φορείς του κλάδου
Το στίγμα του τι διακυβεύεται, άλλωστε, έδωσε με προχθεσινές δηλώσεις της και η Λουκία Σαράντη, πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), που υπέγραψε την κοινή επιστολή. Όπως σημείωσε η κ. Σαράντη: «Για μια βιομηχανία που κλείνει συμφωνίες, τιμές και εξαγωγικές συνεργασίες με ορίζοντα μηνών, η δυνατότητα να προβλέψει το κόστος της είναι εξίσου κρίσιμη. Οι απότομες διακυμάνσεις περιορίζουν την ανταγωνιστικότητά της και δυσκολεύουν τον προγραμματισμό επενδύσεων. Η ελληνική βιομηχανία καλείται ταυτόχρονα να επενδύσει στην πράσινη μετάβαση και στον ψηφιακό μετασχηματισμό και να παραμείνει ανταγωνιστική. Για να το πετύχει, χρειάζεται ένα σταθερό και μακροπρόθεσμο πλαίσιο. Ο διάλογος με την Πολιτεία υπάρχει. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να περάσουμε από τα αποσπασματικά μέτρα σε μια συνολική στρατηγική».
Σε κάθε περίπτωση, όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η Ελλάδα εξετάζει το ενδεχόμενο να αξιοποιήσει το σχήμα κρατικών ενισχύσεων Clean Industrial Deal State Aid Framework (CISAF), όπως έχουν ήδη πράξει τέσσερις χώρες της ΕΕ (Γερμανία, Βουλγαρία, Σλοβενία, Ιρλανδία), που έχουν ενεργοποιήσει προγράμματα εγκεκριμένα από την Κομισιόν, ενώ άλλες δύο (Αυστρία και Πολωνία) ετοιμάζονται να το πράξουν, σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις. Στο βασικό του σχήμα, το πλαίσιο επιτρέπει μείωση έως 50% της μέσης ετήσιας χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρισμού, για έως 50% της ετήσιας κατανάλωσης της επιλέξιμης επιχείρησης (στη ουσία δηλαδή η επιδότηση της τιμής ανέρχεται σε 25%), με κατώφλι τα 50 ευρώ/MWh για την επιδοτούμενη ποσότητα. Η κρατική ενίσχυση μπορεί να διαρκεί έως τρία χρόνια και συνοδεύεται από υποχρέωση επανεπένδυσης σημαντικού μέρους της στήριξης σε δράσεις απανθρακοποίησης.
Οι αστερίσκοι της περιμέτρου και της χρηματοδότησης
Τα μεγάλα ερωτήματα που εγείρονται αφορούν προφανώς τον καθορισμό των επιχειρήσεων που θα μπορούν να επωφεληθούν από το νέο σχήμα και το ύψος της σχετικής χρηματοδότησης, με δεδομένο ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα, όπως διαμηνύεται από κύκλους του οικονομικού επιτελείου.
Οι πηγές του ΥΠΕΝ από την πλευρά τους επισημαίνουν ότι, καθώς σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους οι λίγες δεκάδες μεγάλες επιχειρήσεις που δικαιούνται αντιστάθμιση (που θα ενισχυθεί για την περίοδο 2026-2030) «αντιστοιχούν» στη μερίδα του λέοντος της συνολικής κατανάλωσης της ενεργοβόρου βιομηχανίας, δηλαδή 6,5-7 Τεραβατώρες, η προσπάθεια στήριξης επικεντρώνεται στις υπόλοιπες επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός αντιστάθμισης και έχουν κατανάλωση ρεύματος 1-1,5 Τεραβατώρες, με μεγάλο μέρος του μεριδίου αυτού να αφορά την τσιμεντοβιομηχανία.
Τα σενάρια για το κόστος
Στο ερώτημα τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε όρους κόστους, αν τεθεί ως βάση για την αφετηρία της άσκησης μια τιμή ρεύματος 126 ευρώ/Mεγαβατώρα, που αντιστοιχεί στο προθεσμιακό συμβόλαιο για την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού το 2027, μια επιδότηση της τιμής αυτής κατά 25% στο πλαίσιο σχήματος CISAF θα μεταφραζόταν σε 30 ευρώ/MWh. Αν πολλαπλασιάσει κάποιος αυτήν την τιμή με την κατανάλωση ύψους 1,5 TWh τον χρόνο, που αναλογεί στις βιομηχανίες που εξαιρούνται της αντιστάθμισης, προκύπτει, όπως επισημαίνουν πηγές του κλάδου, ένα ποσό της τάξης των 45 εκατ. ευρώ ετησίως, δηλαδή 135 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα τριετίας. Οι ίδιες πηγές υπενθυμίζουν ότι το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης ενισχύθηκε φέτος με το 20% των εσόδων από τα Δικαιώματα Εμπορίας Εκπομπών Ρύπων (με άλλο ένα 26,5% να κατευθύνεται στην αντιστάθμιση των επιλέξιμων επιχειρήσεων), υποδεικνύοντας το ΤΕΜ (από το οποίο, πάντως, χρηματοδοτούνται και άλλες δράσεις) ως μια πιθανή πηγή για τους απαιτούμενους πόρους.
Η δύσκολη εξίσωση για τον προϋπολογισμό
Οι πηγές του ΥΠΕΝ, πάντως, ξεκαθαρίζουν ότι προς το παρόν τα κεφάλαια για το υπό εξέταση σχήμα κρατικών ενισχύσεων δεν έχουν «κλειδώσει», οι ασκήσεις είναι πολλές (όπως και οι ανάγκες και τα αιτήματα χρηματοδότησης) και εξετάζονται σενάρια στη βάση διαφορετικών παραδοχών. Υπενθυμίζεται εδώ ότι από τον Ιούλιο έχει τεθεί σε εφαρμογή η μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ για τις βιομηχανίες, ενώ το ΥΠΕΝ εξήγγειλε και πρόγραμμα ύψους 50 εκατ. ευρώ για επιδότηση μπαταριών σε επιχειρήσεις, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που έχει αναλάβει για τη μείωση του ενεργειακού κόστους.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
