Πτώχευση για τη Saks μετά από 150 χρόνια ιστορίας

Οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης και η επιθετική στρατηγική εξαγορών δεν κατάφεραν να ανακόψουν τις αυξανόμενες ζημίες και το δυσβάστακτο χρέος της Saks

Πινακίδα σε κατάστημα Saks στη Νέα Υόρκη © EPA/JUSTIN LANE

Σε καθεστώς πτώχευσης τέθηκε η ιστορική αλυσίδα πολυτελών καταστημάτων Saks, καθώς οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης και η επιθετική στρατηγική εξαγορών δεν κατάφεραν να ανακόψουν τις αυξανόμενες ζημίες και το δυσβάστακτο χρέος. Η Saks Global Enterprises ανακοίνωσε ότι υπέβαλε αίτηση προστασίας βάσει του Κεφαλαίου 11 του αμερικανικού πτωχευτικού κώδικα στο Τέξας, επιδιώκοντας να αναδιοργανώσει τη λειτουργία και τα οικονομικά της.

Η εταιρεία, η οποία ελέγχει τα καταστήματα Saks Fifth Avenue, καθώς και τα εμβληματικά Bergdorf Goodman και Neiman Marcus, παραδέχεται ότι το βάρος του χρέους και οι πιέσεις στη ρευστότητα κατέστησαν αναπόφευκτη την προσφυγή στη δικαστική προστασία. Η απόφαση έρχεται λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά τη χορήγηση δισεκατομμυρίων δολαρίων νέου δανεισμού από επενδυτές, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η εξαγορά της Neiman Marcus. Ωστόσο, μέσα σε λίγους μήνες, τα ομόλογα της εταιρείας κατέρρευσαν σε επίπεδα έντονης χρηματοοικονομικής δυσχέρειας, ενώ έως το τέλος του 2025 η Saks είχε παραλείψει την καταβολή τόκων άνω των 100 εκατ. δολαρίων προς τους ομολογιούχους.

Παράλληλα με την αίτηση πτώχευσης, η Saks Global ανακοίνωσε την άμεση ανάληψη της θέσης του διευθύνοντος συμβούλου από τον Ζεφρουά βαν Ρέμντονκ, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της Neiman Marcus Group από το 2018 έως την εξαγορά της από τη Saks το 2024. Η εταιρεία γνωστοποίησε επίσης ότι εξασφάλισε χρηματοδότηση περίπου 1,75 δισ. δολαρίων, με στόχο να στηρίξει τη λειτουργία της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναδιάρθρωσης.

Η πτώχευση σηματοδοτεί μια καμπή για έναν όμιλο με ιστορία άνω των 150 ετών. Το εμβληματικό κατάστημα της Saks στην Πέμπτη Λεωφόρο της Νέας Υόρκης άνοιξε το 1924, σε μια εποχή που η περιοχή ήταν κυρίως οικιστική. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η εταιρεία επεκτάθηκε σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθιερώνοντας τη θέση της ως βασική πύλη εισόδου στην υψηλή μόδα για γενιές Αμερικανών καταναλωτών. Η πρώτη δημόσια εγγραφή της πραγματοποιήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, επισφραγίζοντας τη μετατροπή της σε κολοσσό του λιανεμπορίου πολυτελείας.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η Saks δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στις βαθιές αλλαγές του κλάδου. Οι μεγάλοι οίκοι πολυτελείας στράφηκαν ολοένα και περισσότερο σε απευθείας πωλήσεις προς τους καταναλωτές, περιορίζοντας τον ρόλο των πολυκαταστημάτων. Παρά τις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές και τις προσπάθειες ενίσχυσης της ρευστότητας –είτε μέσω έκτακτης χρηματοδότησης είτε μέσω πώλησης περιουσιακών στοιχείων– η διοίκηση κατέληξε τελικά ότι η προσφυγή στο Κεφάλαιο 11 ήταν η μοναδική βιώσιμη επιλογή για τη διάσωση και την επανεκκίνηση του ιστορικού ομίλου.