Σε μία από τις μεγαλύτερες κινήσεις ιαπωνικής εταιρείας στον αμερικανικό ενεργειακό τομέα, η Mitsubishi Corp. συμφώνησε να εξαγοράσει τα περιουσιακά στοιχεία φυσικού αερίου και αγωγών της Aethon Energy Management LLC στις Ηνωμένες Πολιτείες, έναντι 5,2 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εξαγορά που έχει πραγματοποιήσει ιαπωνικός όμιλος στον αμερικανικό κλάδο σχιστολιθικού φυσικού αερίου, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική στροφή του Τόκιο προς την ενίσχυση της ενεργειακής του παρουσίας στη Βόρεια Αμερική.
Η συμφωνία δίνει στη Mitsubishi πρόσβαση σε σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου στη λεκάνη Haynesville, που εκτείνεται στο ανατολικό Τέξας και τη βόρεια Λουιζιάνα. Η γεωγραφική αυτή θέση θεωρείται στρατηγικής σημασίας, καθώς βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με τον Κόλπο του Μεξικού, από όπου το αέριο μπορεί να υγροποιηθεί και να εξαχθεί μέσω δεξαμενόπλοιων. Ο ιαπωνικός όμιλος είναι ήδη βασικός παίκτης στην παγκόσμια αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου και διατηρεί συμμετοχή στο τερματικό Cameron LNG στη Λουιζιάνα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Mitsubishi, η εταιρεία θα επενδύσει 5,2 δισ. δολάρια για την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων, ενώ θα αναλάβει και χρέος της Aethon ύψους 2,33 δισ. δολαρίων. Με τον τρόπο αυτό, η συνολική αποτίμηση της συναλλαγής –η λεγόμενη enterprise value– ανέρχεται στα 7,5 δισ. δολάρια. Παράλληλα, η Aethon Energy Management διατηρεί δικαίωμα επαναγοράς έως και του 25% των upstream και midstream δραστηριοτήτων της.
Η κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυξημένου ιαπωνικού ενδιαφέροντος για τις αμερικανικές αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Ουάσινγκτον έχει εντείνει τις πιέσεις προς το Τόκιο να αυξήσει τις επενδύσεις του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα. Για τη Mitsubishi, ωστόσο, η συμφωνία δεν αποτελεί απλώς γεωπολιτική κίνηση, αλλά και στρατηγική ενίσχυση ενός από τους πιο κερδοφόρους τομείς της, του φυσικού αερίου. Σημειώνεται ότι βασικός μέτοχος της Mitsubishi είναι και η Berkshire Hathaway του Γουόρεν Μπάφετ.
Σε δήλωσή της, η Mitsubishi υπογράμμισε ότι «η αγορά φυσικού αερίου των ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο ως προς την εγχώρια ζήτηση, την παραγωγή και τις εξαγωγές, ενώ αναμένεται περαιτέρω αύξηση της ζήτησης, λόγω της ραγδαίας ανόδου των ενεργειακών αναγκών από την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers». Το επιχείρημα αυτό αντανακλά και τις ανησυχίες της ιαπωνικής κυβέρνησης, η οποία θεωρεί ότι το κύμα επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας την επόμενη δεκαετία.
Ο ιδρυτής της Aethon, Άλμπερτ Χάντλστον, και η οικογένειά του αναμένεται να αποκομίσουν σημαντικά οικονομικά οφέλη από τη συμφωνία. Η Aethon, με έδρα το Ντάλας, συγκαταλέγεται στους πιο δραστήριους παραγωγούς στη λεκάνη Haynesville και έχει αναπτύξει έντονη δραστηριότητα σε περιοχές που βρίσκονται κοντά σε μεγάλα τερματικά εξαγωγής LNG στον Κόλπο του Μεξικού.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι εταιρείες Aethon III LLC, Aethon United LP και άλλες συνδεδεμένες οντότητες και συμμετοχές θα μεταβιβαστούν στη Mitsubishi. Παράλληλα, έχει επιτευχθεί συμφωνία και με άλλους μετόχους της Aethon, μεταξύ των οποίων το συνταξιοδοτικό ταμείο Ontario Teachers’ Pension Plan και η RedBird Capital Partners. Υπενθυμίζεται ότι το Bloomberg είχε αποκαλύψει ήδη από πέρυσι ότι η Mitsubishi εργαζόταν παρασκηνιακά για την εξαγορά των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων.
Μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, τα περιουσιακά στοιχεία της Aethon θα περάσουν σε μια νέα εταιρεία με την επωνυμία Adamas Energy, η οποία θα αποτελεί 100% θυγατρική της Mitsubishi. Σύμφωνα με επιστολή προς τους ομολογιούχους, διευθύνων σύμβουλος της νέας εταιρείας θα αναλάβει ο Γκόρντον Χάντλστον, γιος του ιδρυτή.
Η Mitsubishi εκτιμά ότι η μέγιστη ημερήσια παραγωγή φυσικού αερίου των περιουσιακών στοιχείων της Aethon θα φτάσει τα 2,6 δισ. κυβικά πόδια την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 18 εκατ. τόνους LNG ετησίως. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Mitsubishi, Κατσούγια Νακανίσι, η εξαγορά αυτή θα αυξήσει το ποσοστό των επενδύσεων και δανείων που σχετίζονται με φυσικούς πόρους στο χαρτοφυλάκιο του ομίλου στο περίπου 40%, από επίπεδα κοντά στο 30% το οικονομικό έτος 2018.
Η συμφωνία της Mitsubishi δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Τα τελευταία χρόνια, ιαπωνικές ενεργειακές εταιρείες εντείνουν την παρουσία τους στις ΗΠΑ. Η Tokyo Gas είχε εξαγοράσει το 2023 τη Rockcliff Energy II LLC έναντι 2,7 δισ. δολαρίων, ενώ η Jera απέκτησε πρόσφατα συμμετοχή σε σχιστολιθικό κοίτασμα στη δυτική Λουιζιάνα. Όλες αυτές οι κινήσεις αποτυπώνουν τη στρατηγική επιλογή της Ιαπωνίας να «κλειδώσει» μακροπρόθεσμες προμήθειες φυσικού αερίου, σε μια περίοδο που η ενεργειακή ασφάλεια και η μετάβαση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης διαμορφώνουν νέες ισορροπίες στις παγκόσμιες αγορές.