Ο Μπερνάρ Αρνό σε “μελαγχολία πολυτέλειας”

Η LVMH εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή του κλάδου πολυτέλειας. Ωστόσο τα σύννεφα πυκνώνουν για την αυτοκρατορία Αρνό

Μπερνάρ Αρνό, πρόεδρος και CEO της LVMH @ EPA/Hiro Komae / POOL

Όταν ο Μπερνάρ Αρνό, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου πολυτελείας LVMH, προειδοποιεί ότι είναι δύσκολο να διαμορφώσει κανείς προβλέψεις για το 2026 τότε είναι βέβαιο πως η οικονομική αβεβαιότητα είναι οξυμένη. Γνωστός για την ικανότητα να πλοηγήσει έναν όμιλο σε αντίξοες οικονομικές συνθήκες, ο Αρνό έκτισε τη LVMH για να είναι ανθεκτική στις οικονομικές καταιγίδες. Ακόμη και στην πρωτοφανή κρίση της πανδημίας, η LVMH ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές στον κλάδο της πολυτέλειας, καταφέρνοντας να σχεδόν να διπλασιάσει τα κέρδη της σε ιστορικά επίπεδα μετά από μια ραγδαία προσαρμογή στο ηλεκτρονικό εμπόριο.

Αν και σήμερα παραμένει η μεγαλύτερη δύναμη στον παγκόσμιο κλάδο της πολυτέλειας, η LVMH συναντά δυσκολίες για δεύτερο διαδοχικό έτος, παρατηρούν αναλυτές της γερμανικής Handelsblatt. Έχοντας υπό τον έλεγχο της πάνω από 75 μάρκες, τα περσινά έσοδα δεν ήταν ικανοποιητικά στα 80,8 δισ. ευρώ. Παρουσίασαν πτώση της τάξεως των 5% λόγω της αδύναμης ζήτησης και των διακυμάνσεων στις αγορές συναλλάγματος. Τα καθαρά κέρδη μειώθηκαν στα 10,9 δισ. ευρώ, με πτώση 13% από το 2024. Τότε τα καθαρά κέρδη είχαν διαμορφωθεί στα 12,55 δισ. ευρώ, διολισθαίνοντας 17% από τα 15,2 δισ. ευρώ του 2023. Η ανησυχία των επενδυτών καθρεπτίζεται στην πτώση της μετοχής του ομίλου, με απώλειες 16% μέσα στον Ιανουάριο και 15,5% το 12μηνο που έληξε τέλη του ίδιου μήνα.

Ένα από τα αδύναμα σημεία στον περσινό ισολογισμό του ομίλου ήταν οι πτωτικές πωλήσεις του κονιάκ, αντανακλώντας μια γενικότερη εξασθένιση του κλάδου στη Γαλλία διότι οι νέοι δεν πίνουν πια τόσο αλκοόλ όσο οι παλαιότερες γενιές και επειδή το βιοτικό επίπεδο παραμένει αυξημένο. Μετά από χρόνια με μεγάλη κατανάλωση, οι αποστολές πέρσι υποχώρησαν στα 142 εκατ. φιάλες για όλους τους Γάλλους παραγωγούς, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009, σύμφωνα με την ένωση παραγωγών του κλάδου BNIC. Η κατανάλωση αναμένεται να μειωθεί έως και 2% μέχρι το 2029, βάσει των προβλέψεων της IWSR. Το κονιάκ και τα υπόλοιπα αλκοολούχα στην LVMH -όπου πρωταγωνιστούν οι μάρκες Hennessy, Veuve Clicquot, Dom Perignon Moët & Chandon και Krug- αντικατοπτρίζουν το 6,6% του συνόλου, με τις συνολικές πωλήσεις να καταγράφουν πτώση 5% και τα κέρδη 25% μέσα στο 2025.

Από την άλλη πλευρά, ισχυρές ήταν οι επιδόσεις από τον τομέα των ρολογιών και των κοσμημάτων, με τα κέρδη να αυξάνονται 2% στα 1,51 δισ. δολάρια χάρη στους οίκους κοσμημάτων Tiffany & Co. και Bulgari. Μάλιστα, οι πωλήσεις το δ’ τρίμηνο του 2025 αναρριχήθηκαν 8%. Ο Αρνό απέδωσε αυτή την ισχυρή επίδοση, μεταξύ άλλων, στο πρώτο έτος της δεκαετούς συνεργασίας με την Formula 1, έναν χώρο που «μοιράζεται το πάθος για την τελειότητα και την καινοτομία».

Παρόλα αυτά, ο τομέας της μόδας και των δερμάτινων ειδών, οποίος αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο στους ισολογισμούς του πανίσχυρου ομίλου, κατέγραψε πτώση εσόδων το 2025. Έναν χρόνο πριν, σημαντικό ρόλο είχε διαδραματίσει το αδύναμο γιεν που είχε στηρίξει σε μεγάλο βαθμό τις πωλήσεις στην Ιαπωνία αλλά η πορεία του έναντι του δολαρίου ήταν ασταθής το 2025. Παρόλο που τα οργανικά έσοδα μειώθηκαν 5% λόγω των συναλλαγματικών πιέσεων, το λειτουργικό περιθώριο κέρδους παρέμεινε υψηλό στο 35%. Αναλυτές τονίζουν πως η Louis Vuitton συνέχισε να επιδεικνύει ισχυρή απήχηση τόσο σε επίπεδο προϊόντων όσο και σε επίπεδο αφήγησης, μέσα από τις συλλογές των Νικολά Γκεσκιέρ και Φάρελ Γουίλιαμς. Τα εγκαίνια του «The Louis» στη Σανγκάη —ένας βιωματικός χώρος σε σχήμα κρουαζιερόπλοιου— αναδείχθηκαν σε εμβληματικό έργο για τους πιστούς πελάτες του ομίλου, ο οποίος κατέχει επίσης τους οίκους Christian Dior, Celine, Fendi, Loro Piana και Givency.

Ο Αρνό προσπάθησε να δώσει διευκρινίσεις για την πορεία του ομίλου, δηλώνοντας ότι παρά όλες τις προκλήσεις παρέδωσε «σταθερά αποτελέσματα», όταν εμφανίστηκε ενώπιον του Τύπου μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων. Τόνισε ότι ο κύκλος εργασιών εξακολουθεί να είναι διπλάσιος από ό,τι πριν από δέκα χρόνια. Ωστόσο, οι προκλήσεις είναι εμφανείς για τον 77χρόνο «βασιλιά» της πολυτέλειας, ο οποίος εξακολουθεί να διευθύνει την LVMH, χωρίς να έχει αποσαφηνίσει ποια από τα πέντε παιδιά του θα τον διαδεχθεί και, αν ναι, ποιο. Όλα τους κατέχουν ηγετικές θέσεις στην αυτοκρατορία LVMH – η Ντελφίν και ο Αντουάν από τον πρώτο γάμο, ο Αλεξάντρ, ο Φρεντερίκ και ο Ζον από τον δεύτερο γάμο. Ακόμη και οι μακροχρόνιοι παρατηρητές δεν αισθάνονται ακόμη σε θέση να κρίνουν ποιο από τα πέντε έχει τα καλύτερα χαρτιά για να διαδεχθεί τον πατέρα του στον θρόνο. Η έλλειψη διαφάνειας πάνω στο ζήτημα της διαδοχής πλήττει τις μετοχικές αποδόσεις του, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Reuters.