Πρεμιέρα στη Βουλή του Εθνικού διαλόγου για το Εθνικό Απολυτήριο. Τα βασικά θέματα που τίθενται προς συζήτηση είναι εάν θα προσμετράται η επίδοση και της Α’ τάξης του Λυκείου, και θα συζητηθεί μεταξύ άλλων, η αυξημένη βαρύτητα σε Β’ και Γ’ Λυκείου, το μοντέλο 30%-70% προφορικά – γραπτά, η ενίσχυση της Τράπεζας Θεμάτων, η μείωση της ύλης και η συγκρότηση Εθνικής Αρχής Εξετάσεων, με στόχο να σταματήσει να είναι το Λύκειο «προθάλαμος» των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη , μιλώντας στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής είπε ότι σε 12 ευρωπαϊκές χώρες ισχύει η συμμετοχή στον τελικό βαθμό για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια κατά 30% ο προφορικός και κατά 70% ο γραπτός.
Η κ. Ζαχαράκη κατέστησε σαφές: «Δεν μιλάμε για πολλαπλασιασμό εξετάσεων, αντιθέτως για λιγότερα μαθήματα», ενώ τόνισε ότι «ειδικά για την Γ’ τάξη του Λυκείου από έξι σε τέσσερα, μαζί με μείωση της ύλης. Μιλάμε για πιο δίκαιη αποτύπωση της συνολικής προσπάθειας με ποσόστωση της προφορικής και γραπτής εξέτασης στις τάξεις Β’ και Γ’ Λυκείου. Το ποια θα είναι αυτή η αναλογία και με ποιες δικλίδες αξιοπιστίας, είναι ακριβώς το αντικείμενο του Εθνικού Διαλόγου. Το Λύκειο δεν πρέπει να είναι απλώς ένας χώρος προετοιμασίας για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Πρέπει να έχει τη δική του αυτοτέλεια και να εξοπλίζει τα παιδιά με δεξιότητες χρήσιμες, όποια πορεία κι αν ακολουθήσουν», όπως χαρακτηριστικά είπε η υπουργός.
Οι βασικές κατευθύνσεις του νέου Λυκείου και του Εθνικού Απολυτήριου, τις οποίες και έθεσε προς συζήτηση η υπουργός αφορούν σε θέματα όπως η ενίσχυση του απολυτηρίου ως ουσιαστικού τίτλου γνώσης με διεθνή αναγνώριση, συμμετοχή των τάξεων του Λυκείου στον τελικό βαθμό, με έμφαση στη Β’ και Γ’ Λυκείου και συζήτηση για τη στάθμιση της Α’ Λυκείου, διαμόρφωση μικτού συστήματος αξιολόγησης που θα συνδυάζει την ενδοσχολική επίδοση με εθνικές εξετάσεις, η μείωση της ύλης και των εξεταζόμενων μαθημάτων, ιδίως στη Γ’ Λυκείου και η ενίσχυση της Τράπεζας Θεμάτων, συγκρότηση σώματος βαθμολογητών και ενιαίο πλαίσιο εξετάσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η Σοφία Ζαχαράκη, στη σταδιακή εφαρμογή οποιασδήποτε αλλαγής, με πιλοτικές φάσεις, ανεξάρτητη αποτίμηση και επαρκή μεταβατική περίοδο, καθώς και στη διαρκή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ως βασική προϋπόθεση επιτυχίας. Και τόνισε ότι «καμία μεταρρύθμιση δεν θα πετύχει χωρίς τους εκπαιδευτικούς. Η διαρκής επιμόρφωση και η στήριξη του επαγγέλματός τους προηγείται της εφαρμογής, συνοδεύει τη μεταρρύθμιση και στηρίζει την καθημερινή πρακτική μέσα στην τάξη».
Η υπουργός, ξεκαθάρισε ότι ο Εθνικός Διάλογος αρχίζει χωρίς προειλημμένες αποφάσεις και με ανοιχτά ερωτήματα, και κάλεσε όλα τα κόμματα να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός συστήματος με μεγαλύτερη αξιοπιστία, λιγότερη εξεταστική πίεση και ουσιαστικότερο παιδαγωγικό ρόλο για το Λύκειο. «Στόχος είναι» επισήμανε «στο τέλος αυτής της διαδικασίας, τον προσεχή Νοέμβριο, να φτάσουμε σε μια νομοθετική πρωτοβουλία που θα μπορούσε ιδανικά να στηριχθεί από περισσότερα του ενός κόμματα, προκειμένου να έχουμε ένα Λύκειο με ουσία, ένα απολυτήριο με αξιοπιστία και ένα σύστημα πιο δίκαιο για τους μαθητές και τις μαθήτριες και τις οικογένειες. Στη συνεδρίαση της ΕΜΥ, η Σοφία Ζαχαράκη, τόνισε: «Και για να μη μείνουμε στα λόγια, έχουμε θέσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα 9 μηνών: εκκίνηση και θεσμικό πλαίσιο, θεματικές ομάδες και συμμετοχικός διάλογος με περιφερειακά fora, σύνθεση, δημόσια διαβούλευση και τελική έκθεση με οδικό χάρτη εφαρμογής». Προς αυτήν την κατεύθυνση, κάλεσε όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης σε μια ουσιαστική συζήτηση με σκοπό τη συναίνεση, υπογραμμίζοντας ότι η εκπαίδευση αποτελεί εθνική υπόθεση και δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο αιφνιδιασμού ή μονομερών αποφάσεων.
Η υπουργός ανέδειξε τα προβλήματα της σημερινής λειτουργίας του Λυκείου, επισημαίνοντας ότι: «Το Λύκειο έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό προθάλαμος εξετάσεων. Η εκπαιδευτική διαδικασία, ειδικά στην Γ’ Λυκείου, έχει βαθιά υποτιμηθεί. Οι μαθητές και μαθήτριες της Γ’ Λυκείου απουσιάζουν από το σχολείο, ειδικά, προς το τέλος της χρονιάς, οι εκπαιδευτικοί μας αισθάνονται πως δεν έχουν τον χρόνο να μεταδώσουν τις γνώσεις τους, πιεζόμενοι από μια τεράστια ύλη. Και η πραγματική μάθηση μεταφέρεται από πολύ νωρίς εκτός σχολείου, σε εξωσχολική υποστήριξη, όχι από επιλογή των οικογενειών, αλλά από ανάγκη που γεννά το ίδιο το σύστημα».