Τη γεωγραφική και λειτουργική επέκταση των δραστηριοτήτων της ΕΥΔΑΠ σχεδιάζει η κυβέρνηση. Παράλληλα, ετοιμάζονται ρυθμίσεις οι οποίες θα μειώσουν τον έλεγχο του κράτους πάνω στην επιχείρηση και θα προσδώσουν μεγαλύτερη ευελιξία και ικανότητα εταιρικής διακυβέρνησης.
Ειδικά για το τελευταίο, καθοριστικής σημασίας θα είναι η εξαίρεση της πρόσληψης ανωτάτων στελεχών μέσω ΑΣΕΠ. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, αν και εισηγμένη εταιρεία στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η ΕΥΔΑΠ για να προσλάβει ανώτατα διοικητικά στελέχη αλλά και εργατικό δυναμικό βασίζεται σε διαδικασίες ΑΣΕΠ. Αυτό προβλέπει ο νόμος 3429/2005 για τις εισηγμένες εταιρείες (Κεφάλαιο Β’ του νόμου) στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών (50% συν μία μετοχή) της εταιρείας.
Δεν ισχύει, δηλαδή, για τις εταιρείες όπου το Δημόσιο είναι μεν βασικός μέτοχος, αλλά η συμμετοχή του περιορίζεται κάτω του 50% (π.χ. ΔΕΗ). Μάλιστα, με πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο πλειοψηφικός έλεγχος του Δημοσίου στις επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης θα παραμείνει επ’ αόριστον λόγω της κρισιμότητας του ρόλου των επιχειρήσεων στο δημόσιο συμφέρον.
Η νέα ρύθμιση που θα έρθει θα προβλέπει μεταξύ άλλων εξαίρεση της ΕΥΔΑΠ από τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ τουλάχιστον για τα στελέχη σε επίπεδο Γενικών Διευθυντών (c-level στελέχη). Πληροφορίες αναφέρουν ότι οι ρυθμίσεις που θα έρθουν θα προσφέρουν και άλλες ευκαιρίες μείωσης του ελέγχου της εταιρείας από το κράτος.
Η γεωγραφική επέκταση
Η πιο σημαντική, όμως, ρύθμιση που θα έρθει αφορά τη γεωγραφική και λειτουργική επέκταση της ΕΥΔΑΠ. Όσον αφορά τη γεωγραφική επέκτασή της, η κυβέρνηση προτίθεται να της παραδώσει τον έλεγχο της ύδρευσης και αποχέτευσης όλης της Στερεάς Ελλάδας. Επίσης, η εταιρεία θ’ αναλάβει και τον έλεγχο της άρδευσης, προκειμένου να υπάρχει καλύτερη διαχείριση των υδάτινων πόρων της περιοχής.
Σε πρώτη φάση η ΕΥΔΑΠ θα αναλάβει την ύδρευση και αποχέτευση του συνόλου της Αττικής και σιγά σιγά θα επεκτείνεται, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης (ΔΕΥΑ) και αποχέτευσης της Βοιωτίας, της Ευβοίας κ.ο.κ. Παράλληλα, θα συνεργαστεί με τους Γενικούς και Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΕΟΒ και ΤΟΕΒ), προκειμένου να γίνει καλύτερη διαχείριση του υδάτινου αποθέματος στις περιοχές που η ΕΥΔΑΠ θ’ αναλάβει την ύδρευση και αποχέτευση.
Προς την κατεύθυνση αυτήν αναμένεται αναδιοργάνωση των ΤΟΕΒ και ΓΟΕΒ, με στόχο τη μείωση του κατακερματισμού στον μηχανισμό διαχείρισης υδάτινων αποθεμάτων στη χώρα. Η ΕΥΔΑΠ θ’ αναλάβει συντονιστικό ρόλο, τουλάχιστον στη Στερεά Ελλάδα, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός ενιαίας διαχείρισης των υδάτινων αποθεμάτων της.
Υπενθυμίζεται ότι οι γεωργικές αρδεύσεις είναι ο μεγαλύτερος χρήστης νερού, με το 80% έως 85% των αποθεμάτων του να αξιοποιείται σε γεωργικές καλλιέργειες. Το υπόλοιπο 15% αξιοποιείται από τη βιομηχανία (περίπου 5%) και την ύδρευση πόλεων (περίπου 10%). Επομένως η όποια εξοικονόμηση στην χρήση ύδατος είναι πιο πιθανή να προέλθει στον τομέα των γεωργικών αρδεύσεων.
Στη χώρα μας η χρήση νερού σε γεωργικές καλλιέργειες είναι υψηλότερη από το μέσο όρο της Ευρώπης (περίπου 70%), αφενός μεν λόγω του πιο ξηρού κλίματος, αφετέρου δε εξαιτίας των εκτεταμένων υδροβόρων καλλιεργειών (π.χ. βαμβάκι). Επίσης, είναι σαφές ότι στη χώρα μας δεν γίνεται και η καλύτερη διαχείριση των υδάτινων αποθεμάτων, δηλαδή τα δίκτυα έχουν μεγάλες απώλειες, εμφανίζουν βλάβες κ.λπ.
Παράγοντες της αγοράς αναφέρουν ότι οι τελευταίες μεγάλες βροχοπτώσεις, παρ’ όλο που ανακουφίζουν την πίεση στην κυβέρνηση και την ΕΥΔΑΠ στο πρόβλημα της λειψυδρίας, δεν βάζουν στο ράφι το σχέδιο ενίσχυσης των μεγάλων εταιρειών ύδρευσης. Στο σχέδιο αυτό ρόλος υπάρχει και για την ΕΥΑΘ, αλλά το μεγάλο βάρος φέρει η ΕΥΔΑΠ, η οποία τροφοδοτεί με νερό σχεδόν τον μισό πληθυσμό της χώρας.
Σημειώνεται ότι η ΕΥΔΑΠ έχει επιφορτιστεί με ένα δεκαετές (2025-2034) επενδυτικό σχέδιο ύψους 2,5 δισ. ευρώ, που προβλέπει την αναβάθμιση 660 χιλιομέτρων δικτύων νερού, την εγκατάσταση 2 εκατομμυρίων έξυπνων υδρομετρητών, την αναβάθμιση των αντλιοστασίων στα δίκτυα και στα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων, την επέκταση του δικτύου ύδρευσης σε 75.000 κατοικίες και τη δημιουργία 3 νέων κέντρων επεξεργασίας λυμάτων.