Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν κλείνει τον κύκλο των έργων που χρειάζεται η χώρα· αλλάζει, όμως, το ερώτημα από το «τι μπορεί να κατασκευαστεί» στο «με ποια χρήματα και με ποια σειρά». Οι ανάγκες παραμένουν μεγάλες σε μεταφορές, ανθεκτικότητα, νερό και περιβάλλον, την ώρα που η δημόσια χρηματοδότηση δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητη και ένα δεύτερο αντίστοιχο ευρωπαϊκό πρόγραμμα δεν είναι δεδομένο.
Στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών, στελέχη του κλάδου τοποθέτησαν το ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα στις ελληνικές υποδομές στα 6 έως 8 δισ. ευρώ. Οι συσσωρευμένες ανάγκες, ως αποτέλεσμα της πολυετούς υποεπένδυσης, υπολογίστηκαν σε 40 έως 50 δισ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις αυτές αποτυπώνουν το μέγεθος της πρόκλησης, όχι έναν κατάλογο έργων που έχουν ήδη χρηματοδοτηθεί. Ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος σημείωσε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την επανάληψη ενός μηχανισμού σαν το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση θα συνεχίσει να είναι κρίσιμη για τις υποδομές.
Η λήξη του Ταμείου δεν ήταν απόλυτη ως προς την ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών. Πρόσφατο ρεπορτάζ του Powergame.gr κατέγραψε παρατάσεις σε επιμέρους έργα και προγράμματα, με περιθώριο ολοκλήρωσης φυσικού αντικειμένου που μπορεί να φτάσει έως το τέλος του 2026, υπό τους όρους που έχουν τεθεί για τα ορόσημα. Τα τελικά αιτήματα πληρωμών από το Ταμείο, ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ, αναμενόταν να υποβληθούν μετά το τέλος Σεπτεμβρίου, ενώ μέρος των εκταμιεύσεων μπορεί να μεταφερθεί στο πρώτο εξάμηνο του 2027. Αυτό δίνει χρόνο για την εκκαθάριση έργων, αλλά δεν δημιουργεί νέο σταθερό χρηματοδοτικό μηχανισμό για το επόμενο κύμα.
Η Θεσσαλία δείχνει πόσο σύνθετη είναι η μετάβαση από την αποκατάσταση στη μακροχρόνια ανθεκτικότητα. Μετά τις καταστροφές του «Daniel», οι παρεμβάσεις κατανεμήθηκαν σε τέσσερις εργολαβίες, με προϋπολογισμούς 899,7 εκατ. ευρώ για οδικά έργα και 450,12 εκατ. ευρώ για σιδηροδρομικά. Το υπουργείο ανέφερε ότι ολοκληρώθηκε η πρώτη κατηγορία έργων προτεραιότητας που είχε υποδείξει η τοπική αυτοδιοίκηση. Ταυτόχρονα, τα στοιχεία προόδου των εργολαβιών έδειχναν ποσοστά από 18,21% έως 51,19%, ανάλογα με τις περιοχές και τα τμήματα εργασιών. Η διάκριση έχει σημασία, καθώς η ολοκλήρωση μιας κατηγορίας άμεσων παρεμβάσεων δεν σημαίνει ότι έχει ολοκληρωθεί το συνολικό πρόγραμμα αποκατάστασης.
Η πρόοδος των έργων διαφέρει σημαντικά ανά εργολαβία. Στην περιοχή Τεμπών, Τυρνάβου, Ελασσόνας, Αγιάς και άλλων δήμων, η καταγεγραμμένη πρόοδος βρισκόταν στο 18,21%, με 84 από 293 σημεία να έχουν ολοκληρωθεί. Σε άλλη εργολαβία, που περιλαμβάνει Αλμυρό, Φάρσαλα και Σοφάδες, έφθανε στο 51,19%. Για τους κατοίκους, κρίσιμο δεν είναι μόνο το συνολικό ύψος των συμβάσεων, αλλά ποια γέφυρα, δρόμος ή τεχνικό έργο έχει αποκατασταθεί, ποια υποδομή παραμένει ευάλωτη και πότε θα είναι δυνατή η ασφαλής πρόσβαση σε κάθε περιοχή.
Παράλληλα, η διαχείριση του νερού και η προσαρμογή των υποδομών σε ακραία καιρικά φαινόμενα αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα. Στον σχεδιασμό των έργων της Δυτικής Αττικής, για παράδειγμα, οι οδικές παρεμβάσεις στον Σκαραμαγκά και τον Ασπρόπυργο συνδυάζονται με νέα δίκτυα απορροής ομβρίων. Είναι ένα παράδειγμα του πώς οι μεταφορικές υποδομές χρειάζεται να ενσωματώνουν και αντιπλημμυρική προστασία, αντί να σχεδιάζονται ως ανεξάρτητα τεχνικά αντικείμενα. Παρόμοια λογική αφορά αρδευτικά δίκτυα, ύδρευση, αποχέτευση και προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων.
Στη νέα γενιά έργων περιλαμβάνονται επίσης η επέκταση της Λεωφόρου Κύμης και ο άξονας Ελευσίνα–Οινόφυτα, αλλά και παρεμβάσεις που θα χρειαστούν διαφορετικά χρηματοδοτικά εργαλεία. Οι παραχωρήσεις και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να συμβάλουν, χωρίς να αντικαθιστούν πλήρως τον δημόσιο προγραμματισμό. Ταυτόχρονα, τα έργα πρέπει να επιλέγονται με βάση την ωριμότητα, τη χρησιμότητα και τη διαθεσιμότητα πόρων. Η ένταξη σε ένα πρόγραμμα ή η ανακοίνωση ενός προϋπολογισμού δεν αρκεί για να θεωρείται εξασφαλισμένη η ολοκλήρωση.
Η κρίσιμη δοκιμασία για το επόμενο διάστημα είναι η διαφάνεια στην ιεράρχηση. Ποια έργα θα συνεχίσουν με εθνικούς πόρους, ποια θα αναζητήσουν κοινοτική χρηματοδότηση και ποια θα απαιτήσουν ιδιωτικά κεφάλαια; Πώς θα ελέγχεται η πρόοδος ανά εργολαβία και ποιος θα αναλάβει τη συντήρηση των νέων υποδομών; Με το Ταμείο Ανάκαμψης να αποσύρεται σταδιακά από τον ρόλο του βασικού επιταχυντή, η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα καθορίσει αν η χώρα θα κλείσει το επενδυτικό κενό ή θα μεταφέρει τις ανάγκες στην επόμενη περίοδο.
