Νέες ελαφρύνσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, συνολικού ύψους άνω του 1 δισ. ευρώ, σχεδιάζει η κυβέρνηση, οι περισσότερες εκ των οποίων θα ανακοινωθούν τον προσεχή Σεπτέμβριο από τον πρωθυπουργό στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά πιθανό να προκύψει περαιτέρω δημοσιονομικός χώρος από τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, καθώς φέτος αναμένεται η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας στο σύνολο της οικονομίας (με οφέλη μέχρι στιγμής 400 εκατ. ευρώ στις προσπάθειες σύλληψης της φοροδιαφυγής), το δελτίο αποστολής και η επέκταση στο ψηφιακό πελατολόγιο. Στην περίπτωση αυτήν, δεν αποκλείεται να έχουμε ένα πρώτο κύμα φοροελαφρύνσεων λίγο μετά το Πάσχα.
Την ίδια στιγμή, και παρά την αύξηση των τιμών των ακινήτων, η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να βάλει πλαφόν στις τιμές των ενοικίων χωρίς παράλληλα να υπάρχουν σκέψεις για στοχευμένες δράσεις, που θα αντιμετωπίσουν το φαινόμενο που πλήττει εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και φοιτητές.
Σύμφωνα με πληροφορίες, σε προχωρημένο στάδιο βρίσκεται ο κυβερνητικός σχεδιασμός για το νέο πακέτο παρεμβάσεων της διετίας 2026–2027, το οποίο αναμένεται να έχει ξεκάθαρο προσανατολισμό στη στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και των φορολογουμένων. Κεντρικό άξονα των συζητήσεων αποτελεί τόσο μια νέα μείωση των εργοδοτικών εισφορών όσο και η περαιτέρω αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Ταυτόχρονα, στο τραπέζι βρίσκονται παρεμβάσεις στη φορολόγηση των εισοδημάτων από ακίνητα, νέες διορθώσεις στον ΕΝΦΙΑ, αλλά και ο επανασχεδιασμός του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις.
Μεταξύ των βασικών παρεμβάσεων που αναμένεται να τεθούν υπό εξέταση περιλαμβάνονται:
- Νέα μείωση των εργοδοτικών εισφορών, η οποία ενδέχεται να τεθεί σε ισχύ από το 2026 και να φτάσει τη μισή ποσοστιαία μονάδα. Υπενθυμίζεται ότι από το 2019 μέχρι σήμερα οι εισφορές έχουν ήδη μειωθεί συνολικά κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες. Με μία ακόμη παρέμβαση το συνολικό ποσοστό θα διαμορφωθεί στο 35,66%, προσεγγίζοντας τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Στοχευμένες δράσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τόσο στο πεδίο της φορολογίας όσο και στη διευκόλυνση της πρόσβασής τους σε τραπεζική χρηματοδότηση και εργαλεία ρευστότητας.
- Αναβάθμιση της πάγιας ρύθμισης οφειλών προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Πρόκειται για ένα αίτημα που έχει τεθεί επανειλημμένα από παραγωγικούς φορείς και φαίνεται να συγκεντρώνει αυξημένες πιθανότητες υλοποίησης.
- Μείωση ή ακόμη και πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις. Το συγκεκριμένο τέλος, ύψους 1.000 ευρώ ετησίως, αποφέρει σήμερα περίπου 240 εκατ. ευρώ στον κρατικό Προϋπολογισμό, ωστόσο θεωρείται ιδιαίτερα επιβαρυντικό για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
- Επανεξέταση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος. Η συζήτηση για μείωσή της από το 2026 επανέρχεται δυναμικά, καθώς σχεδόν το σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας ζητεί χαμηλότερο ποσοστό. Σήμερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν το 80% του φόρου που αναλογεί στα κέρδη του προηγούμενου έτους, ενώ για τις νεοσύστατες προβλέπεται έκπτωση 50% για τα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας. Η ταυτόχρονη καταβολή φόρου και προκαταβολής περιορίζει αισθητά τη ρευστότητα, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία του οικονομικού επιτελείου, η προκαταβολή φόρου αποφέρει περίπου 3,6 δισ. ευρώ ετησίως στα δημόσια ταμεία.
- Περαιτέρω φορολογικές ελαφρύνσεις για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, μέσω αναπροσαρμογών στην κλίμακα φορολόγησης των ενοικίων, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταγραφεί αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων.
- Νέες διορθωτικές παρεμβάσεις στον ΕΝΦΙΑ, ο οποίος από το 2019 έως σήμερα έχει μειωθεί σωρευτικά κατά περίπου 35%. Επιπλέον, από το 2026 προβλέπεται μείωση κατά 50% για ιδιοκτήτες πρώτης κατοικίας σε οικισμούς με πληθυσμό έως 1.500 κατοίκους.
Όπως προαναφέρθηκε, η κυβέρνηση δεν έχει βρει ακόμα τα κατάλληλα εργαλεία για να ανακόψει τις αυξήσεις των τιμών στα ενοίκια. Πάντως, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ληφθεί μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου των κενών ή ανεκμετάλλευτων κατοικιών, μέσω της επιβολής φόρων Συγκεκριμένα, στη Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία έχει υιοθετηθεί ένα σύστημα φορολόγησης των κλειστών ακινήτων.
Συγκεκριμένα:
- Στη Γαλλία εφαρμόζεται ο φόρος κλειστών κατοικιών (Taxe sur les logements vacants – TLV). Ο φόρος αυτός επιβάλλεται σε ιδιοκτήτες που διαθέτουν κατοικίες κενές για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους, κυρίως σε περιοχές όπου παρατηρείται έντονη ζήτηση. Τον πρώτο χρόνο ο φόρος είναι 17% της αντικειμενικής τιμής ενοικίασης του ακινήτου (valeur locative cadastrale). Αν το ακίνητο παραμείνει κενό και τον δεύτερο χρόνο, ο φόρος αυξάνεται στο 34%. Η πολιτική αυτή στοχεύει στο να ενθαρρύνει τους ιδιοκτήτες να νοικιάζουν τα ακίνητά τους, συμβάλλοντας στη μείωση της στεγαστικής κρίσης.
- Στην Ισπανία οι δημοτικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν προσαυξήσεις στον φόρο ακίνητης περιουσίας σε περιπτώσεις κενών ακινήτων. Η φορολογία επιβάλλεται όταν ένα ακίνητο παραμένει κενό για πάνω από 2 χρόνια, χωρίς αιτιολογία. Η προσαύξηση στον φόρο φτάνει έως και 50% έπειτα από 2 χρόνια αδράνειας, διπλασιάζεται ύστερα από 3 χρόνια και φθάνει έως 150% σε περίπτωση πολλαπλών κενών ακινήτων από τον ίδιο ιδιοκτήτη.
- Η Πορτογαλία εφαρμόζει μια ιδιαίτερα αυστηρή φορολογική πολιτική για τα κλειστά ακίνητα σε αστικές περιοχές. Σύμφωνα με το πλαίσιο του δημοτικού φόρου ακίνητης περιουσίας, αν ένα ακίνητο παραμένει κενό ή εγκαταλειμμένο για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, τότε ο ιδιοκτήτης ενδέχεται να δει τον φόρο να τριπλασιάζεται.